3 Σεπτεμβρίου 2016

Η υπερσύγχρονη διάνοια της Σπάρτης

του ANTON POWELL
καθηγητή και προέδρου του τμήματος Κλασικών
Σπουδών του Πανεπιστημίου της Ουαλίας (Αγγλία)


Ποια κοινότητα ήταν το σχολείο της κλασικής Ελλάδας;».
Ο κάθε μορφωμένος άνθρωπος νομίζει ότι ξέρει: «Η Αθήνα, φυσικά».
Αλλά, και προς τι­μήν τους, οι αρχαίοι Αθηναίοι δεν ήταν τόσο σί­γουροι.
Γνώριζαν κάποια άλλη ελληνική πόλη, πολύ μικρότερη, της οποίας η διάνοια επισκίαζε τα αθηναϊκά όνειρα.
Ο Περικλής έκανε ό,τι μπορούσε για να εξυψώ­σει την Αθήνα και να υποβαθμίσει τη Σπάρτη.
Ο Θουκυδίδης τον κατέγραψε να ισχυρίζεται, στον Επιτάφιο του το 431/30 π.Χ., ότι η Αθήνα παρείχε της Ελλάδος παίδευσιν.
Ήταν σίγουρο ότι ο Περι­κλής εννοούσε ότι η Αθήνα με τους φιλοσόφους της και τους περίπλοκα ομιλούντες δημόσιους άν­δρες ήταν το σχολείο της Ελλάδας;
Χωρίς αμφιβο­λία θα είχε ευχαρίστως ισχυριστεί αυτό, αν ήταν η αλήθεια.
Αλλά δεν το κάνει.
Η Αθήνα, σύμφωνα μ' αυτόν, παρείχε όχι το εκπαιδευτικό πρότυπο στην Ελλάδα, αλλά έναεκπαιδευτικό πρότυπο (ό­χι την παίδευσιν αλλά απλά παίδευσιν).
Ο λόγος της περιοριστικής διατύπωσης του Περικλή είναι ό­τι η Σπάρτη επίσης χρησίμευε ως πρότυπο, και πι­θανά πιο χαρισματικό.
Οι παίδες της Σπάρτης, αντίθετα με εκείνους της Αθήνας, μορφώνονταν συστηματικά από την πολι­τεία.
Ακόμη και ο Αριστοτέλης, που δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τη Σπάρτη, αργότερα παραδέ­χτηκε διστακτικά ότι τιμούσε τη Σπάρτη που δεν ε­μπιστευόταν την εκπαίδευση στη γονική επιλογή, δηλαδή στην τύχη.
Οι άλλοι Έλληνες, κατά κάποιο τρόπο, διαισθάνονταν ότι η επιτυχία των αραιοκα­τοικημένων, ανοχύρωτων χωριών οφειλόταν οε ε­κείνη την εκπαίδευση.
Όμως το πώς ακριβώς η εκπαίδευση επέτρεπε στη Σπάρτη να είναι η μοναδι­κή υπερδύναμη της Ελλάδας ήταν για τους σύγ­χρονους σκεπτικιστές αντικείμενο αμφισβήτησης και μυστηρίου.
Ποιες ήταν αυτές, οι άξιες μίμησης, τεχνικές της Σπάρτης;
Η Σπάρτη χαιρόταν που έμενε μυστήριο.
Οι ικα­νότητες της θα παρέμεναν κρυφές.
Δεν είχε καμιά επιθυμία να γίνει ο δάσκαλος της Ελλάδας, αν μπορούσε να το αποφύγει. Μαθαίνουμε για ένα Σπαρτιάτη Βασιλιά, τον Αγησίλαο, που επικρίνε­ται από ένα συμπολίτη του οτι πολεμάει πολύ συ­χνά εναντίον των Θηβών και έτσι «δίδασκε τους Θηβαίους πώς να πολεμούν». Ακόμη και το γεγο­νός της σπαρτιατικής διάνοιας έπρεπε να μείνει κρυφό.
Ο βασιλιάς της Σπάρτης Αρχίδαμος καυ­χιόταν ότι ο λαός του εκπαιδευόταν να έχει έλλει­ψη κριτικής αντίληψης.
Μέχρι πρόσφατα Ευρω­παίοι μελετητές αποδέχονταν αυτή τη σπαρτιατική προπαγάνδα.
Ο Tζορτζ Φόρεστ (George Forrest), καθηγητής Ελληνικής Ιστορίας στην Οξφόρδη στο τέλος του 20ού αιώνα, έγραψε:
«Ένας πολύ ευφυής Σπαρτιάτης;
Υπήρχε τέτοιο πράγμα;
Αν όχι...».
Όμως νέα έρευνα, βασισμένη σε διορατικές αναφο­ρές των αρχαίων Ελλήνων, φέρνει στο φως τώρα τη σπαρτιατική διάνοια.
Και τα ευρήματα μαρτυρούν ότι, κατά αξιοσημείωτο τρόπο, η Σπάρτη προκατέλαβε τις σύγχρονες μεθόδους.
Σε βαθμό μοναδικό στην Ελλάδα, οι Σπαρτιάτες χρησιμοποίησαν την εξειδίκευση.
Ο Περικλής το διαισθάνθηκε αυτό.
Περιέγραψε με λαμπρά χρώ­ματα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που έκαναν την Αθήνα διαφορετική από τη μεγάλη αντίπαλο της.
Οι περιγραφές αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποκαλύψουν τη μορφή της σκιάς της Σπάρ-της.
Εμείς οι Αθηναίοι, περηφανεύθηκε ο Περι­κλής, είμαστε ασυνήθιστα πολυτάλαντοι.
Οι πολί­τες μας μπορούν να στρέψουν με επιτυχία τα χέρια τους σε τόσο πολλά διαφορετικά πράγματα.
Με άλ­λα λόγια, οι Σπαρτιάτες ήταν περιορισμένοι ή, με τη δική μας, θετική φρασεολογία, εξειδικευμένοι.
Οι Αθηναίοι ήξεραν πώς να αυτοσχεδιάσουν, είπε ο Περικλής, ενώ οι Σπαρτιάτες ήταν κοπιαστικά εκ­παιδευμένοι.
Μ' άλλα λόγια, οι Σπαρτιάτες ήταν υ­ψηλά εκπαιδευμένοι.
Σαν τους σημερινούς ειδι­κευμένους σ’ ένα αντικείμενο, οι Σπαρτιάτες μπορεί να ήταν υπερβολικά αδαείς όταν βρίσκονταν έξω από το αντικείμενο τους.
Οι μη Σπαρτιάτες κατεδείκνυαν με ευθυμία τις συνέπειες.
Οι γυναίκες της Σπάρτης, όταν ήρθαν αντιμέτωπες με μια ε­χθρική εισβολή το 370 π.Χ., δεν φάνηκαν χρήσι­μες, όπως θα έκαναν άλλες Ελληνίδες.
Αντίθετα, είπε ο Αριστοτέλης, δημιούργησαν μεγαλύτερη σύγχυση από τον εχθρό.
Αλλά οι γυναίκες της Σπάρτης δεν είχαν εκπαιδευτεί για να βοηθούν στη μάχη.
Ήταν αθλητικά εκπαιδευμένες για να είναι δυνατές στην ανατροφή των παιδιών και για να εν­θαρρύνουν την πολεμική αρετή.
Και σ’ αυτούς τους εξειδικευμένους ρόλους είχαν τη φήμη των καλύ­τερων γυναικών στην Ελλάδα.
Η σύγχρονη ανάλυση εξειδικευμένων αθλητών εστιάζει στην επιλογή του κατάλληλου χρόνου (timing), δηλαδή σε ποια χρονική στιγμή της κούρσας δίνει ο αθλητής όλες τις δυνάμεις του.
Πα­ρομοίως, ισχύει για τους εξειδικευμένους πολιτι­κούς και τη διαχείριση των μέσων ενημέρωσης:
η επιλογή του σωστού χρόνου είναι το παν -έχουν μά­θει να δημοσιοποιούν τις άσχημες ειδήσεις όταν το κοινό είναι απορροφημένο από κάτι άλλο.
Όπως για τους αθλητές του πολέμου και για τους πολιτι­κούς, η χρήση του «timing» από τη Σπάρτη ήταν πειθαρχημένη σε βαθμό αξεπέραστο ακόμη και σήμερα.
Πρόσφατη ανάλυση έχει εξετάσει το «timing» όλων των περιπτώσεων κατά τον 5ο αιώ­να που η Σπάρτη άνοιξε ή σκόπευε ν' ανοίξει έναν επιθετικό πόλεμο κατά της Αθήνας.
Το αποτέλεσμα δημιουργεί μια εντυπωσιακή αντίληψη της σπαρ­τιατικής στρατηγικής ικανότητας. Όταν η Αθήνα εί­χε κάποια δυσκολία, για παράδειγμα όταν τα στρα­τεύματα έπρεπε να καταπνίξουν μια εξέγερση στην αυτοκρατορία της, η Σπάρτη συστηματικά εκμεταλ­λευόταν την ευκαιρία.
Το υπόδειγμα που ακολουθεί (σελ. 38) είναι κα­θαρό και εντυπωσιακό.
Κάθε φορά που η Αθήνα εί­χε μια αδυναμία κατάλληλη για εκμετάλλευση σε εποχή ειρήνης, η Σπάρτη εκμεταλλευόταν την ευ­καιρία και προσπαθούσε ν’ ανοίξει πόλεμο.
Η ε­χθρότητα της Σπάρτης κατά της Αθήνας με άλλα λόγια ήταν διαρκής.
Αλλά, δεδομένης εκείνης της ε­χθρότητας, η αυτοπειθαρχία της Σπάρτης αποδει­κνύεται τώρα πέρα για πέρα αξιοσημείωτη.
Οι Σπαρτιάτες ποτέ δεν επιτέθηκαν απλώς επειδή ή­ταν θυμωμένοι, αλλά ως εκπαιδευμένοι ειδικοί, πά­ντοτε περίμεναν συστηματικά την ευκαιρία.
Η σπαρ­τιατική πολιτική είχε μια δική της κομψότητα.
Στη Σπάρτη φαινομενικά δεν υπήρχε μέρος για βιβλία.
Ακόμη και τα μεγάλα επιχειρήματα που παραδίδονταν προφορικά απορρίπτονταν λόγω αρ­χής.
Μια ομιλία που έγινε από Σαμιώτες επικρί­θηκε περιφρονητικά σύμφωνα με τον Ηρόδοτο:
«Έχουμε ξεχάσει την αρχή της και δεν καταλαβαί­νουμε το υπόλοιπο».
Αλλά η άγνοια αυτή, που χω­ρίς αμφιβολία διογκωνόταν από τους Σπαρτιάτες, δεν προερχόταν από ηλιθιότητα.
Ήταν, και αυτή, η αντίστροφη πλευρά μιας εξειδίκευσης.
Μέτριοι στα μεγάλα επιχειρήματα, οι Σπαρτιάτες παραμένουν παγκοσμίως γνωστοί για τα μικρά επιχειρήματα: λακωνική σοφία.
Σήμερα, με την τηλεόραση να έ­χει κάνει τον κόσμο μας λιγότερο μορφωμένο και περισσότερο οπτικό, ο σπαρτιατικός τρόπος ομιλίας έχει έρθει στην επικαιρότητα με ένα καινούργιο ό­νομα, «ο ήχος που δαγκώνει».
Αλλά παράλληλα με τα αποφθέγματα τους, οι Σπαρτιάτες είχαν έναν άλλο τύπο πειθούς, έναν τύπο εμφανώς πιο σύγ­χρονο: το οπτικό σχήμα λόγου.
Ο στρατός της Σπάρτης ήταν σκηνοθετημένος με την επιδεξιότητα του Χόλιγουντ.
Η εντυπωσιακή κόμη των στρατιωτών υπήρχε για να τρομοκρατεί, έλεγε ο Ξενοφών.
Ο ευδιάκριτος κόκκινος μανδύας τραβούσε την προσοχή του εχθροί.
Το μήνυμα του μανδύα ήταν ένα μήνυμα εκφοβισμού και αυτοπε­ποίθησης:
«Αυτός δεν είναι απλά ο ενωμένος πελοποννησιακός στρατός, είναι ένας στρατός που ο­δηγείται από τους Σπαρτιάτες.
Και οι Σπαρτιάτες δεν κρύβουν τη θέση τους. θέλουν να ξέρεις που ακριβώς είναι».
Προχωρώντας προς τη μάχη υπό τον ήχο των αυλών, ο στρατός της Σπάρτης εντυπωσίαζε σαν αστραφτερή μηχανή.
Ακόμη και πριν φύγουν για τη μάχη, οι Σπαρτιάτες δημιουργούσαν ένα οπτικό σκηνικό σχεδιασμένο για να εντυπωσιάζει.
Ο Ξενοφών έγραψε γι’ αυτό το απόλυτο θέ­αμα:
«Από αυτό που μπορούσες να δεις καθώς οι στρατιώτες της Σπάρτης γυμνάζονταν και προετοίμαζαν τις πανοπλίες, αληθινά πίστευες ότι η πόλη είναι ένα πολεμικό εργαστήρι».
Αιώνες αργότερα, όταν η Σπάρτη είχε γίνει μια μικροσκοπική μονάδα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τα οπτικά μαθήματα συνεχίστηκαν.
Τουρίστες έρχονταν, για να παρακολουθήσουν τα αγόρια της Σπάρτης να υποφέρουν σιωπηρά, πολλές φορές να πεθαίνουν από το μαστίγωμα στον ιερό χώρο της Ορθίας Αρτέμιδος.
Το πλέον αξιομνημόνευτο ε­πιχείρημα των Σπαρτιατών παρέμενε το δικό τους σώμα, έντεχνα παρουσιαζόμενο.
Παράλληλα με την επιδέξια οπτική προπαγάνδα πήγαινε και μια άλλη πολύ γνωστή σε όλους σύγ­χρονη τεχνική.
Το μεγάλο ψέμα: πιθανά όλες οι κοινωνίες παράγουν ψεύδη.
Αλλά οι απάτες της Σπάρτης οργανώνονταν με ολοκληρωτική διάνοια.
Σήμερα μελετώνται από τους λογίους σαν μια μορ­φή τέχνης.
Δύο φορές πριν από τη μάχη Σπαρτιάτες αρχηγοί είχαν πάρει ειδήσεις για μια ήττα κάπου αλλού. Αλλά δεν έλεγαν την αλήθεια στους στρα­τιώτες.
Αντίθετα. διέταζαν έναν «αγγελιαφόρο» να έρθει στεφανωμένος, για να φέρει τα νέα για μια «νίκη». Γίνονταν θυσίες για να ευχαριστήσουν τους θεούς.
Πίστευαν ότι οι στρατιώτες ενθαρρυμένοι με ψεύτικα νέα θα πολεμούσαν καλύτερα.
Ο Ξενοφών, ένας θαυμαστής της Σπάρτης, αρεσκόταν να πιστεύ­ει ότι τον καιρό της ειρήνης η Σπάρτη ήταν αυστη­ρά τίμια στη διπλωματία της.
«Αλλά ένας Σπαρτιάτης βασιλιάς», έγραφε περήφανα ο Ξενοφών, «απ' τη στιγμή που κηρυσσόταν ο πόλεμος, και η εξα­πάτηση γινόταν αποδεκτή στη θρησκεία, υπερτε­ρούσε εξ ολοκλήρου του εχθρού του σε δόλο».
Παραδοσιακά, η μελέτη της Σπάρτης έχει νο­σηρά διαχωριστεί μεταξύ αντιπάλων Ζηλωτών.
Οι υποστηρικτές των δικτατοριών του 20ού αιώνα θαύμαζαν τη Σπάρτη για την ήπια κυριαρχία της, τη σύνθλιψη του ακατάλληλου ατόμου.
Οι ερα­στές της ελευθερίας ένιωθαν φρίκη με τις μεθό­δους της.
Καμία πλευρά δεν μπόρεσε να ερευνή­σει ήρεμα την ικανότητα της Σπάρτης να πετυχαί­νει τους σκοπούς της.
Ισως μόνο τώρα, σε μια καλ­λιεργημένη αλλά όλο πιο πολύ οπτική κοινωνία, να μπορέσουμε να κοιτάξουμε πιο βαθιά, με κα­τανόηση αλλά όχι πλήρη θαυμασμό, το σκοτεινό πλανήτη που επισκίασε τον αθηναϊκό ήλιο.
Μετάφραση: Χρήστος Σταθάτος