11 Σεπτεμβρίου 2016

Λυκούργος (Πλουτάρχου βίοι παράλληλοι)

ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ
Α. Περί του Λυκούργου του νομοθέτου ουδέν εν γένει δύναται να ρηθή αναμφισβήτητον, καθ' όσον και το γένος, και η αποδημία, και ο θάνατος αυτού, και προσέτι τα περί των νόμων και του πολιτεύματος αυτού διαφόρως ιστορούνται. Διότι άλλοι μεν λέγουσιν ότι ήκμασε συγχρόνως μετά του Ιφίτου (277), και μετ' αυτού ότι διέταξε την Ολυμπιακήν ανακωχήν (278). Εκ τούτων είναι και ο φιλόσοφος Αριστοτέλης, ως απόδειξιν προτείνων τον εν Ολυμπία δίσκον (279), εφ' ού σώζεται επιγεγραμμένον και του Λυκούργου τ' όνομα. Οι δ' υπολογίζοντες τους καιρούς εκ των διαδοχών των βασιλέων της Σπάρτης, ως είναι ο Ερατοσθένης (280) και ο Απολλόδωρος (281), λέγουσιν αυτόν ικανά έτη προγενέστερον της πρώτης Ολυμπιάδος (282). Ο δε Τίμαιος (283) υποπτεύει ότι δύο Λυκούργοι υπήρξαν εις την Σπάρτην κατά διαφόρους καιρούς, και ότι και των δύο αι πράξεις απεδόθησαν εις ένα, διά την δόξαν αυτού· ότι δ' ο πρεσβύτερος έζη ουχί μακράν των καιρών του Ομήρου (284), κατά τινας δ' ότι και είδε τον Όμηρον. Και ο Ξενοφών (285) δε δίδει περί της αρχαιότητός του υπόνοιαν, λέγων ότι έζη επί των Ηρακλειδών. Και Ηρακλείδαι μεν ήσαν βεβαίως και οι έσχατοι των βασιλέων της Σπάρτης, εκείνος όμως φαίνεται θέλων Ηρακλείδας να ονομάζη μόνον τους πρώτους εκείνους και εις τον Ηρακλέα πλησιεστάτους. Αλλ' όσον και αν πλανάται ούτως η ιστορία, θα προσπαθήσωμεν να διηγηθώμεν περί του ανδρός, ακολουθούντες εξ όσων εγράφησαν τα έχοντα τας ολιγωτέρας αντιλογίας ή τους αξιοπιστοτέρους μάρτυρας.

Β. Ο Σιμωνίδης τω όντι ο ποιητής (286) λέγει ότι ο Λυκούργος είχε πατέρα ουχί τον Εύνομον, αλλά τον Πρύτανιν· και τον Λυκούργον δε και τον Εύνομον γενεαλογούσιν οι περισσότεροι ουχί κατά τούτον τον τρόπον, αλλά λέγουσιν ότι του Πατροκλέους, υιού του Αριστοδήμου (287) υιός ήτον ο Σόος, του δε Σόου ο Ευρυτίων, τούτου ο Πρύτανις, και τούτου πάλιν ο Εύνομος· του δ' Ευνόμου ο Πολυδέκτης μεν εκ πρώτης γυναικός, νεώτερος δ' ο Λυκούργος εκ της Διωνάσσης. Ως δε διηγείται ο Διευτυχίδας (288), ήτον έκτος μεν από του Πατροκλέους, ενδέκατος δε από του Ηρακλέους. Μεταξύ δε των προγόνων αυτού εθαυμάσθη προ πάντων ο Σόος, διότι κατά τους χρόνους αυτού υπεδούλωσαν οι Σπαρτιάται τους Είλωτας (289), και χώραν απέκτησαν πολλήν, αποκόψαντες αυτήν από των Αρκάδων. Λέγεται δ' ότι ο Σόος, πολιορκούμενος υπό των Κλειτορίων (290) εις τόπον δύσκολον και άνυδρον, εσυμφώνησε να τοις αφήση την γην όσην είχε κατακτήσει, αν τον άφηνον να πίη και αυτός και όλοι οι μετ' αυτού εκ της πλησίον πηγής· αφ' ού δ' έγιναν οι όρκοι και αι συνθήκαι, ότι συναθροίσας τους οπαδούς του, έδωκε την βασιλείαν εις εκείνον όστις δεν ήθελε πίει. Ουδείς όμως αντέσχεν, αλλ' όλοι έπιον και τότε καταβάς αυτός τελευταίος, ερραντίσθη μόνον, εν ώ έτι οι εχθροί ήσαν παρόντες, και ανεχώρησεν. Εκράτησε δε την χώραν, επί λόγω ότι όλοι δεν έπιον. Αλλ' ει και τον εθαύμασαν διά ταύτα, την γενεάν του όμως δεν ωνόμασαν απ' αυτού, αλλ' από των υιών του Ευρυτιωνίδας· διότι πρώτος ο Ευρυτίων φαίνεται μετριάσας της βασιλείας την υπέρ το δέον μοναρχικήν εξάσκησιν, όπως κολακεύση και ευχαριστήση το πλήθος. Εξ αιτίας δε των τοιούτων παραχωρήσεων το πλήθος εγίνετο θρασύτερον, οι δε μετά ταύτα βασιλείς, άλλοι μεν εμισούντο, διότι μετεχειρίζοντο βίαν, άλλοι δ' εξουθενούντο δι' ασθένειαν, ή διότι επροσπάθουν ν' αρέσωσιν εις τον όχλον, και ούτως επί πολύν καιρόν κατέλαβεν ανομία και αταξία την Σπάρτην. Ταύτης θύμα απέθανε και ο πατήρ του Λυκούργου, όστις εβασίλευε τότε· διότι, προσπαθών να χωρίση τινάς ελθόντας εις χείρας, εκτυπήθη υπό μαγειρικής μαχαίρας και ετελεύτησεν, αφήσας την βασιλείαν εις Πολυδέκτην τον πρωτότοκόν του υιόν.

Γ. Αφ' ού δε και αυτός μετ' ολίγον απέθανεν, έπρεπεν, ως πάντες νομίζουσι, να βασιλεύση ο Λυκούργος, και εβασίλευε τω όντι πριν ή φανή ότι ήτον έγγυος του αδελφού του η γυνή. Άμα δ' έμαθε τούτο, εκήρυξε μεν ότι η Βασιλεία ήτον του παιδίου, αν εγεννάτο αρσενικόν, εξηκολούθησε δ' αυτός διευθύνων την κυβέρνησιν ως επίτροπος. Ονομάζουσι δ' οι Λακεδαιμόνιοι τους επιτρόπους των ορφανών Βασιλέων Προδίκως (291). Έστειλε δε προς αυτόν η γυνή κρυφίως, και τον εμήνυσεν ότι θέλει να φονεύση το βρέφος και να νυμφευθή εκείνον, γινόμενον Βασιλέα της Σπάρτης. Αυτός δε, το μεν ήθος αυτής εμίσησε, δεν απέκρουσεν όμως τον λόγον αυτής, αλλά προσποιούμενος ότι τον δέχεται και τον επαινεί, τη είπεν ότι δεν πρέπει διά φαρμάκων ν' αποβάλη και να βλάψη το σώμα της και να κινδυνεύση· διότι αυτός ήθελε φροντίση, άμα γεννηθή το παιδίον, να το κάμη άφαντον. Ούτως εξαπατών την γυναίκα μέχρι του τοκετού, ως εννόησεν ότι έφθασεν η ώρα, έστειλεν ανθρώπους να παραμείνωσιν εις την γένναν και να φυλάττωσι, διατάξας αυτοίς, αν μεν γεννηθή θήλυ, να το παραδώσωσιν εις τας γυναίκας, αν δε άρρεν να το φέρωσι προς αυτόν, ό,τι δήποτε καν τύχη πράττον. Έτυχε δε να δειπνή αυτός μετά των αρχόντων, όταν εγεννήθη άρρεν, και ελθόντες οι υπηρέται τω έφεραν το παιδάριον. Αυτός δε το εδέχθη, ως λέγεται, και είπε προς τους παρόντας· «Βασιλεύς μας εγεννήθη, ω Σπαρτιάται»· καταθέσας δ' αυτό εις βασιλικήν έδραν, το ωνόμασε Χαρίλαον, διότι όλοι ήσαν περιχαρείς, ευαρεστηθέντες προς το φρόνημα και την δικαιοσύνην αυτού. Εβασίλευσε δ' εν όλοις μήνας οκτώ και κατά τον λοιπόν χρόνον ετιμάτο υπό των πολιτών, και παρά τους πειθομένους εις αυτόν διότι ήτον Βασιλέως επίτροπος και είχεν εξουσίαν, περισσότεροι ήσαν οι διά την αρετήν του εις αυτόν προσηλούμενοι, και έτοιμοι να πράξωσι προθύμως ό,τι τοις διέταττεν. Υπήρχε δε και μερίς ήτις τον εφθόνει, και επροσπάθει, όταν ήτον νέος, να εμποδίση την πρόοδόν του, μάλιστα μεν οι συγγενείς και οικείοι της μητρός του Βασιλέως, ήτις εφρόνει ότι εξυβρίσθη· και ο αδελφός δ' αυτής Λεωνίδας μετά θρασύτητος πολλής υβρίσας ποτέ τον Λυκούργον, «ηξεύρω, προσέθηκεν επιτηδείως, ότι μέλλεις ποτέ να βασιλεύσης», υπόνοιαν διά τούτου δίδων, και προκαταλαμβάνων διά διαβολής τον Λυκούργον, αν ήθελε συμβή να πάθη τι ο Βασιλεύς, ότι αυτός τον επεβουλεύθη. Τοιούτοι δέ τινες λόγοι διεδίδοντο και υπό της γυναικός. Διά ταύτα λυπούμενος, και το άδηλον φοβηθείς, απεφάσισε ν' αποδημήση διά ν' αποφύγη τας υποψίας, και να πλανηθή, έως ότου ο ανεψιός του ελθών εις ηλικίαν, αποκτήση τέκνον, του θρόνου διάδοχον.

Δ. Ούτως αναχωρήσας, πρώτον μεν έφθασεν εις Κρήτην και σπουδάσας τα επικρατούντα εκεί πολιτεύματα, και συναναστραφείς μετά των πρώτων και ενδοξοτέρων ανδρών, άλλους μεν των νόμων εζήλωσε και παρέλαβε, φρονών ότι δύναται να μεταφέρη και καταστήση χρησίμους αυτούς εις την πατρίδα του, τινάς δε κατεφρόνησεν. Ένα δε των νομιζομένων εκεί σοφών και πολιτικών, τον Θάλητα, πείσας οία παρακλήσεων και διά φιλίας, τον έστειλεν εις την Σπάρτην. Εφαίνετο δ' ούτος ποιητής λυρικών μελών, και την τέχνην ταύτην είχεν ως πρόσχημα· αληθώς όμως έπραττεν ό,τι οι άριστοι των νομοθετών διότι αι ωδαί αυτού ήσαν λόγοι διά μελωδίας και διά ρυθμών εις ευπείθειαν προτρέποντες και ομόνοιαν, και πολύ συντελούντες εις την κοσμιότητα, και την αποκατάστασιν των πραγμάτων· τούτων δ' ακροώμενοι οι λαοί, κατεπραΰνοντο βαθμηδόν ως προς τα ήθη, και συνήθιζον εις των καλών τον ζήλον, εγκαταλείποντες τα πάθη υφ' ών διηρούντο· ώστε εκείνος ηνέωξε τρόπον τινα εις τον Λυκούργον την οδόν της των Λακεδαιμονίων παιδεύσεως. Από δε της Κρήτης ο Λυκούργος έπλευσεν εις την Ασίαν, θέλων, ως λέγεται, προς την δίαιταν των Κρητών, ήτις είναι αυστηρά και ευτελής, να παραβάλη την πολυτέλειαν και τρυφήν των Ιώνων, καθώς ιατρός συγκρίνει προς υγιή σώματα τα κακόχυμα και νοσώδη, και να μελετήση την διαφοράν των βίων και των πολιτειών. Εκεί δε, ως φαίνεται, απαντήσας κατά πρώτον τα ποιήματα του Ομήρου, διατηρούμενα εις τους απογόνους του Κρεωφύλου (292), και ιδών εις αυτά μετά των τερπνών μερών, των ηδονάς περιγραφόντων και ακρασίας, πολλά αναμεμιγμένα πολιτικά και ηθολογικά, μεγάλης σπουδής άξια, αντέγραψεν αυτά προθύμως, και τα συνέλεξε διά να τα φέρη ενταύθα. Διότι υπήρχεν ήδη αμυδρά τις φήμη των επών τούτων εις την Ελλάδα, και ολίγοι τινές είχον και μέρη τινα εξ αυτών σποράδην, ως έτυχεν η ποίησις να κατακερματισθή. Κυρίως όμως γνωστήν κατέστησεν αυτήν πρώτος ο Λυκούργος. Οι Αιγύπτιοι δε νομίζουσιν ότι και προς αυτούς ήλθεν ο Λυκούργος, και ότι θαυμάσας προ πάντων την παρ' αυτοίς διάκρισιν του μαχίμου γένους (293) από των άλλων, μετέφερεν αυτήν εις την Σπάρτην, και ότι χωρίσας τους βαναύσους και χειροτέχνας, κατέστησε το πολίτευμα αστυκόν τω όντι και καθαρόν. Ταύτα δε μετά των Αιγυπτίων μαρτυρούσι και Έλληνές τινες συγγραφείς. Ότι δε περιήλθε και την Λιβύην και την Ιβηρίαν ο Λυκούργος, και ότι πλανηθείς περί την Ινδικήν συνεναστράφη μετά των Γυμνοσοφιστών (294), ουδείς ηξεύρομεν άλλος να το είπε, πλην του Σπαρτιάτου Αριστοκράτους, του υιού του Ιππάρχου (295).

Ε. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επόθουν τον Λυκούργον απόντα, και τον εμήνυσαν πολλάκις να επιστρέψη, διότι οι Βασιλείς είχον όνομα και τιμήν, κατ' άλλο δ' ουδέν διέφερον του λαού, εν ώ εκείνος είχε φύσιν ηγεμονικήν και δύναμιν του να διευθύνη τους ανθρώπους. Ουδ' είς τους Βασιλείς δ' ήτον δυσάρεστος η παρουσία αυτού, διότι ήλπιζον ότι, αφ' ού αυτός ήρχετο, ολιγώτερον θα εθρασύνετο ο λαός. Επιστρέψας λοιπόν προς αυτούς, εν ώ ήσαν ούτω διατεθειμένοι, επεχείρησεν ευθύς να μεταβάλη τα πράγματα και να μεταρρυθμίση την πολιτείαν, σκεπτόμενος ότι οι κατά μέρος νόμοι εισί περιττοί και εις ουδέν ωφελούσι, καθώς εις σώμα καχεκτικόν, και γέμον παντοδαπών νοσημάτων, αν δι' ιατρικών και καθαρσίων καταβαλών τις και μετατρέψας την κράσιν, δεν αρχίση άλλην νέαν δίαιταν. Ταύτα δε διανοηθείς, πρώτον μεν απεδήμησεν εις Δελφούς, και ερωτήσας τον Θεόν και θυσιάσας, επέστρεψε, φέρων τον διαβόητον εκείνον χρησμόν (296), δι' ού η Πυθία τον ωνόμασε θεοφιλή, και Θεόν μάλλον ή άνθρωπον. Εζήτησε δε και ευνομίαν, και ο Θεός τω είπεν ότι συναινεί και τω δίδει νόμους δι' ών η πολιτεία του ν' αναδειχθή πασών αξιολογωτέρα. Εκ τούτων ενθαρρυνθείς, προσήλθεν εις τους επισημοτέρους των πολιτών, και τους παρεκάλει να τον βοηθήσωσι, κατ' αρχάς μεν συνομιλών κρυφίως μετά των φίλων του, έπειτα δε κατ' ολίγον αποτεινόμενος εις περισσοτέρους, και πείθων αυτούς να συντελέσωσιν εις την πράξιν. Όταν δ' ο καιρός ήλθε, παρήγγειλε τριάκοντα τους πρώτους να μεταβώσιν ένοπλοι εις την αγοράν, διά να καταπλήξωσι και να φοβίσωσι τους εναντιουμένους. Τα ονόματα είκοσι τούτων, των γνωστοτέρων, εσημείωσεν ο Έρμιππος (297) εκείνον δ' όστις υπέρ πάντας τους άλλους συνέπραξε μάλιστα μετά του Λυκούργου και συνεπολιτεύθη, ονομάζουσιν Αρθμιάδαν. Ως δ' ήρχισεν η ταραχή, ο Βασιλεύς Χαρίλαος φοβηθείς ότι κατ' αυτού ήτον πάσα η συνωμοσία, κατέφυγεν εις την Χαλκίοικον (298)· έπειτα όμως καταπεισθείς, και όρκους λαβών, εξήλθε, και συνήργει εις τα γινόμενα, διότι ήτον εκ φύσεως πράος· ώστε λέγεται ότι ο συμβασιλεύς του Αρχέλαος είπε ποτέ προς τους εγκωμιάζοντας τον νεανίσκον «Πώς να μη είναι ο Χαρίλαος ανήρ αγαθός, αφ' ού κακός δεν είναι ουδέ προς τους κακούς;» Μεταξύ δε των πολλών όσα ενεωτέρισε τότε ο Λυκούργος, πρώτον και μέγιστον ήτον η διάταξις των Γερόντων, ήτις, λέγει ο Πλάτων, αναμιγείσα εις την αρχήν των Βασιλέων επαρθείσαν εις όγκον, και ισόψηφος μετ' αυτής γενομένη εις τα μέγιστα πράγματα, έφερε σωτηρίαν εις την πόλιν και σωφροσύνην. Διότι μετέωρος ούσα η πολιτεία, και αποκλίνουσα άλλοτε μεν προς τους Βασιλείς εις τυραννίαν, άλλοτε δε προς το πλήθος εις δημοκρατίαν, εγκαταστήσασα δε μεταξύ των δύο ταύτην την αρχήν των Γερόντων ως έρμα, και ισορρροπίαν εισαγαγούσα, κατώρθωσεν ασφαλή την τάξιν και την αποκατάστασιν· διότι πάντοτε οι εικοσιοκτώ Γέροντες συνέπραττον μεν μετά των Βασιλέων όσον έπρεπε διά να προλάβωσι την δημοκρατίαν, υπεστήριζαν δ' αφ' ετέρου τον δήμον ώστε να μη υποπέση εις τυραννίαν. Λέγει δ' ο Αριστοτέλης ότι έγιναν τοσούτοι τον αριθμόν οι Γέροντες, διότι ήσαν τριάκοντα οι πρώτοι μετά του Λυκούργου συμπράξαντες, αλλά δύο παρητήθησαν δειλιάσαντες. Ο δε Σφαίρος (299) λέγει ότι εξ αρχής τόσοι ήσαν οι συμμερισθέντες της γνώμης του. Ίσως δε συνετέλεσε κατά τι και ο αριθμός, διότι αποτελείται εξ επτάδος πολλαπλασιασθείσης διά τετράδος, και εις τα μέρη του ων ίσος μετά την εξάδα, είναι τέλειος (300). Εις εμέ όμως φαίνεται ότι κατέστησε τοσούτους τους Γέροντας, διά να είναι όλοι τριάκοντα, διά της προσθήκης και των δύο Βασιλέων εις τους εικοσιοκτώ.

ΣΤ'. Τόσον δε σπουδαίαν εθεώρησε την αρχήν ταύτην ο Λυκούργος, ώστε και μαντείαν έφερε περί αυτής εκ Δελφών, ήτις λέγεται ρήτρα. Έχει δ' ούτω (301). «Διός Ελλανίου και Αθηνάς Ελλανίας ιερόν ανεγείρας, Φυλάς φυλάσας, και Ωβάς ωβάσας, τριάκοντα, την Γερουσίαν και Αρχηγέτας καταστήσας, από καιρού εις καιρόν ν' απελλάζης μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος, και ούτω να εισάγης και διεκπεραιής. Ο δε δήμος να έχη συνέδριον και εξουσίαν». Εκ τούτων το να φυλάση φυλάς και να ωβάση ωβάς είναι να διαιρέση το πλήθος εις μερίδας, ών τας μεν ωνόμασε φυλάς, τας δε ωβάς (302). Αρχηγέται δε λέγονται οι βασιλείς· το ν' απελλάζη δ' είναι να εκκλησιάζη, διότι την αρχήν και αιτίαν της πολιτείας ανέφερεν εις τον Πύθιον Απόλλωνα (303), την δε Βαβύκαν και τον Κνακίωνα καλούσιν Οινούντα σήμερον (304)· ο δ' Αριστοτέλης λέγει ποταμόν μεν τον Κνακίωνα, γέφυραν δε την Βαβύκαν. Εν μέσω δ' αυτών συνήρχοντο εις εκκλησίαν, χωρίς να έχωσιν ούτε αιθούσας ούτε άλλην τινά κατασκευήν διότι εφρόνει ότι ταύτα κατ' ουδέν συντελούσιν εις των σκέψεων την ορθότητα, εξ εναντίας μάλιστα και βλάπτουσι, καθιστώντα χαύνους και ματαιόφρονας των συνερχομένων τας διανοίας, όταν, εκκλησιάζοντες, έχωσι προ οφθαλμών αγάλματα και ζωγραφίας, ή θεάτρων προσκήνια, ή στέγας βουλευτηρίων εντέχνως κεκοσμημένας. Όταν δε το πλήθος συνήρχετο, εις ουδένα μεν άλλον επέτρεπε να προτείνη γνώμην, ο δε δήμος είχε μόνον την άδειαν να επικρίνη την προβληθείσαν υπό των γερόντων και των βασιλέων. Μεταγενεστέρως δε, επειδή το πλήθος διέστρεφε και παρεβίαζε τας προτάσεις δι' αφαιρέσεων και διά προσθηκών, οι βασιλείς Πολύδωρος και Θεόπομπος (305) ταύτα προσέθηκαν εις την ρήτραν· «Αν δε σκολιάν ο δήμος εκλέξη, οι πρεσβύτεροι και οι αρχηγέται να είναι αποστατήρες (306)», τουτέστι να μη κυρώσι την απόφασιν, αλλά ν' απέχωσι, και να διαλύωσι την εκκλησίαν του δήμου, ως παραμορφούσαν και μεταβάλλουσαν την πρότασιν παρά το συμφέρον. Έπεισαν δε και αυτοί την πόλιν ότι ο Θεός προστάσσει ταύτα, ως αναφέρει και ο Τυρταίος (307) διά των εξής·
«Εκ του Πυθώνος, τον Φοίβον ακούσαντες, ήλθον εις Σπάρτην
φέροντες θείους χρησμούς, μάντευμ' αυτή ασφαλές.
Οι βασιλείς, ούς τιμώσ' οι Θεοί, να βουλεύωνται πρώτοι,
ότ' η θερμώς ποθεινή Σπάρτ' είναι μέλημ' αυτών.
Έπειτα δε οι πρεσβύται, οι γέροντες, είτα ο δήμος
εις του Θεού τους ρητούς τούτους χρησμούς πειθαρχών».


Ζ. Ούτως έμιξε το πολίτευμα ο Λυκούργος· και όμως οι μετ' αυτόν, βλέποντες την ολιγαρχίαν ασυγκέραστον έτι και ισχυράν, και σφοδράν και τετυφωμένην, ως λέγει ο Πλάτων (308), προσέθηκαν εις αυτήν ως χαλινόν την δύναμιν των εφόρων, εκατόν τριάκοντα έτη περίπου μετά τον Λυκούργον, διότι πρώτοι έφοροι κατεστάθησαν οι μετά του Ελάτου, επί του βασιλέως Θεοπόμπου. Περί τούτου λέγεται ότι, επιπληττόμενος υπό της γυναικός του, διότι έμελλε να παραδώση εις τα τέκνα του την βασιλείαν μικροτέραν αφ' ό,τι την παρέλαβε, «μεγαλητέραν, εξ εναντίας, είπε, διότι την παραδίδω διαρκεστέραν». Και τω όντι, στερηθείσα της υπερβαλλούσης δυνάμεως, μετά του φθόνου διέφυγε και τον κίνδυνον^ ώστε δεν εφοβείτο να πάθη ό,τι οι Μεσσήνιοι και οι Αργείοι έπραξαν προς τους βασιλείς των, μη θελήσαντας κατ' ουδέν να ενδώσωσι, και να μετριάσωσι την εξουσίαν επί το δημοτικώτερον. Τούτο προ πάντων έδειξε την σοφίαν και την πρόνοιαν του Λυκούργου εις τους όσοι απέβλεπον προς τας αναστατώσεις των βασιλέων και δήμων και την κακοπολιτείαν των Μεσσηνίων και των Αργείων, οίτινες ήσαν συγγενείς και γείτονες των Σπαρτιατών (309)· διότι, εν ώ κατ' αρχάς είχον ίσον μετ' εκείνων μερίδιον, και κατά την κλήρωσιν των γαιών φαίνεται μάλιστα ότι και απήλαυσαν περισσότερα, δεν έμεινον όμως ευδαιμονούντες επί πολύ, αλλά, συνταράξαντες τα καθεστώτα διά της αυθαιρεσίας των βασιλέων και διά της απειθείας των όχλων, έδειξαν ότι τω όντι θείον ευτύχημα ήτον διά τους Σπαρτιάτας ο νομοθέτης όστις συνηργολόμησεν εύκρατον την πολιτείαν αυτών. Αλλά ταύτα κατεδείχθησαν ύστερον.

Β. Δεύτερον δε πολιτικόν μέτρον του Λυκούργου, και τολμηρότατον είναι της γης η διανομή. Διότι μεγάλη υπήρχεν ανωμαλία, και πολλοί άποροι και ακτήμονες επλήρουν την πόλιν, και ο πλούτος είχεν εις ολιγίστους συρρεύσει. Τούτου ένεκεν ο Λυκούργος εξεδίωξε την υπερηφάνειαν και τον φθόνον και την κακουργίαν και την τρυφήν, και τα τούτων προγενέστερα και μεγαλήτερα της πολιτείας νοσήματα, τον πλούτον και την πενίαν, και έπεισε τους πολίτας να βάλωσιν εις την μέσην όλην την γην, και να την διανείμωσιν εξ αρχής, και να ζώσιν όλοι ισοτίμους έχοντες και ισομεγέθεις τας περιουσίας, και εις μόνην την αρετήν ν' απονέμωσι το πρωτείον, φρονούντες ότι άλλη μεταξύ των ανθρώπων δεν υπάρχει διαφορά ουδ' άλλη ανισότης, πλην εκείνης ην αποτελεί η κατηγορία των κακών πράξεων και ο έπαινος των καλών. Το έργον δ' επιφέρων μετά τον λόγον, διένειμε την μεν άλλην λακωνικήν γην εις τους παροίκους, εις τριάκοντα χιλιάδας μερίδας ή κλήρους διαιρέσας αυτήν, την δ' ανήκουσαν εις αυτήν την πόλιν της Σπάρτης διήρεσεν εις εννέα χιλιάδας, διότι τοσαύται ήσαν αι μερίδες των Σπαρτιατών. Τινές δε λέγουσιν ότι ο μεν Λυκούργος προσδιώρισεν έξ χιλιάδας, τρεις δε χιλιάδας ότι προσέθηκεν έπειτα ο Πολύδωρος (310) και άλλοι πάλιν ότι ούτος προσδιώρισε τας ημισείας των εννεακισχιλίων, τας δ' άλλας ημισείας ο Λυκούργος. Ήτον δε τοσαύτη η μερίς εκάστου, ώστε να φέρη εισόδημα εις μεν τον άνδρα εβδομήκοντα μεδίμνους (311) κριθών, εις δε την γυναίκα δώδεκα, και αναλόγους ποσότητας των υγρών προϊόντων διότι ενόμιζεν ότι τοσαύτη τροφή ήρκει εις αυτούς διά να τοις δώση υγείαν και ευεξίαν, χωρίς να έχωσιν ανάγκην άλλου τινός. Λέγεται δ' ότι μετά πολύν καιρόν, επιστρέψας εξ αποδημίας, και ιδών την χώραν θερισμένην, και τους σωρούς παραλλήλους και ίσους μεταξύ των, εμειδίασε και είπε προς τους παρισταμένους ότι η Λακωνική όλη φαίνεται ως χώρα αδελφών νεωστί μοιρασθείσα.

Θ. Επιχειρήσας δε να διαιρέση και τα έπιπλα, ώστε να εκλείψη πάσα ανισότης και ανωμαλία, και βλέπων ότι πολλοί μετά δυσαρεσκείας εδέχοντο την καθ' αυτό αφαίρεσιν, ηκολούθησεν άλλην οδόν, και επιτηδείως πολιτευθείς, επολέμησε την πλεονεξίαν των. Και πρώτον μεν ηχύρωσε παν νόμισμα χρυσούν και αργυρούν, και διέταξε να μεταχειρίζωνται τον σίδηρον μόνον· έδωκε δε και εις αυτόν ολίγην αξίαν εις πολύ βάρος και πολύν όγκον, ώστε δέκα μνων (312) αμοιβή εχρειάζετο και αποθήκην μεγάλην εις την οικίαν, και ζεύγος ίππων διά να την σύρει. Άμα δε διεδόθη τούτο, πολλά γένη αδικημάτων εξέλειπαν εκ της Λακεδαίμονος· διότι τις ήθελεν ή κλέψει, ή ως δωροδοκίαν δεχθή, ή αφαιρέσει, ή αρπάσει ό,τι ούτε να κρύψη ήτον δυνατόν, ούτε να έχη, αξιοζήλευτον, ούτε να κατακόψη, ωφέλιμον; διότι, ως λέγεται, σβύνων δι' οξυδίου την ακμήν του σιδήρου, εν ώ ήτον πεπυρωμένος, αφήρει την εις παν άλλο χρησιμότητα και δύναμιν αυτού, και τον καθίστα δυσμεταχείριστον και δυσκατέργαστον. Μετά δε τούτο απεδίωξε τας τέχνας τας περιττάς και αχρήστους. Αλλά και κανείς αν δεν τας απεδίωκεν, αι πλείσται θα ηφανίζοντο μετά του κοινού νομίσματος, όταν τα προϊόντα αυτών δεν θα είχον πώλησιν διότι το σιδηρούν νόμισμα δεν εδέχοντο οι άλλοι Έλληνες, ουδ' είχε τιμήν, και καταγελάτο· ώστε ουδ' ήτον δυνατόν εις τους Λακεδαιμονίους ν' αγοράζωσιν ό,τι δήποτε παρά ξένων παντοπωλών, ούτε φορτίον εμπορικόν εισέπλεεν εις τους λιμένας των, ουδ' ήρχετο εις την Λακωνικήν ούτε λόγων σοφιστής, ούτε μάντις αγυρτικός, ούτε τροφεύς εταιρών, ούτε χρυσών ή αργυρών κοσμημάτων τεχνίτης, διότι νόμισμα δεν υπήρχεν. Ούτω λοιπόν βαθμηδόν στερηθείσα η τρυφή των ζωογονούντων και τρεφόντων αυτήν, απεμαραίνετο μόνη της, και οι πολλά κτήματα έχοντες κατ' ουδέν ήσαν των άλλων ανώτεροι, διότι ο πλούτος δεν είχε πώς να φανή, και έμενε κατάκλειστος και αργός εντός της οικίας. Δι ό και τα πρόχειρα και αναγκαία σκεύη, οι κλιντήρες και αι καθέδραι και αι τράπεζαι, άριστα κατεσκευάζοντο παρ' αυτοίς, και το λακωνικόν ποτήριον, το λεγόμενον κώθων, ήτον ευχρηστότατον εις τας εκστρατείας, ως λέγει ο Κριτίας (313)· διότι τα ύδατα όσα πίνονται εξ ανάγκης, δυσαρεστούντα την όρασιν, εκρύπτοντο υπό το χρώμα αυτού, και τα κυρτά χείλη του ποτηρίου εμποδίζοντα το θολόν καταπάτιον, άφηνον το πινόμενον να φθάση καθαρώτερον εις το στόμα. Αίτιος δε και τούτων ήτον ο νομοθέτης· διότι οι τεχνίται, όντες απηλλαγμένοι των αχρήστων, εδείκνυον εις τ' αναγκαία την καλλιτεχνίαν των.

I. Θέλων δε να πολεμήση έτι περισσότερον την τρυφήν, και ν' αφαιρέση την επιθυμίαν του πλούτου, εισήγαγε και το τρίτον και κάλλιστον πολιτικόν μέτρον, την σύστασιν των συσσιτίων, διατάξας συνερχόμενοι να δειπνώσιν ομού, κοινά έχοντες και προσδιωρισμένα τα φαγητά, να μη τρώγωσι δ' εις τους οίκους των καθήμενοι εις πολυτελή στρώματα και τραπέζια· και από χειρών τεχνιτών και μαγείρων εις το σκότος ως αδηφάγα ζώα παχυνάμενοι, και διαφθείροντες τα ήθη των ενταυτώ και τα σώματα, παραδεδομένα εις πάσαν επιθυμίαν και πλησμονήν, και χρείαν έχοντα μακρών ύπνων, και θερμών λουτρών, και πολλής ησυχίας, και ούτως ειπείν καθημερινής νοσηλείας. Και ήτον μεν μέγα και τούτο, αλλ' έτι μεγαλήτερον ότι κατώρθωσεν ο πλούτος να μη είναι αφαιρετός, ή μάλλον να μη είναι ζηλευτός, ως λέγει ο Θεόφραστος, και να μη είναι πλούτος, τα δείπνα καταστήσας κοινά, και την δίαιταν ευτελή· διότι ουδέ χρήσις υπήρχεν ουδ' απόλαυσις, ουδέ καν όψις και επίδειξις πολλών ετοιμασιών, αλλ' ο πλούσιος εκάθητο εις το ίδιον δείπνον μετά του πένητος. Ώστε εξ όλων των υπό τον ήλιον πόλεων, εις μόνην την Σπάρτην ηλήθευε το θρυλλούμενον εκείνο, ότι ο πλούτος είναι τυφλός, και κατέκειτο εκεί ως ζωγραφιά άχρηστος και ακίνητος. Ουδ' ήτον επιτετραμμένον να δειπνή τις εις τον οίκον του, και ν' απέρχηται εις τα συσσίτια αφ' ού εχόρταινεν· αλλ' οι λοιποί, παρατηρούντες επιμελώς έκαστον όστις δεν έπινε και δεν έτρωγε μετ' αυτών, τον κατηγόρουν ως μη εγκρατή, και εκ μαλθακότητος την κοινήν δίαιταν αποφεύγοντα.

ΙΑ. Διά τούτο λέγουσιν ότι διά το πολίτευμα τούτο ωργίζοντο κατά του Λυκούργου προ πάντων οι εύποροι, και κινηθέντες κατ' αυτού όλοι ομού, κατεκραύγαζον εναντίον του και ηγανάκτουν, και τέλος ότι ήρχισαν να τον κτυπώσι πολλοί, ώστε τρέχων εσώθη εκ της αγοράς. Και τους μεν άλλους επρόφθασε να διαφύγη, καταφυγών εις ναόν· νεανίσκος δέ τις, ουχί μεν αφυής κατά τ' άλλα, αλλ' ορμητικός και οξύθυμος, ο Άλκανδρος, κατόπιν του τρέχων και κυνηγών αυτόν, τον εκτύπησε διά της ράβδου του, εν ώ εκείνος εστρέφετο να ιδή, και τω εξώρυξε τον ένα του οφθαλμόν. Ο Λυκούργος όμως διόλου δεν εθορυβήθη εκ του δυστυχήματος, αλλ' εστάθη εμπρός εις τους πολίτας, και τοις έδειξε κατηματωμένον το πρόσωπον, και ότι έχασε τον οφθαλμόν του. Τότε κατέλαβε τους ιδόντας εντροπή πολλή και κατήφεια· δι' ό παρέδωκαν εις αυτόν τον Άλκανδρον, και τον προέπεμψαν μέχρι της οικίας του, αγανακτούντες υπέρ αυτού. Ο δε Λυκούργος, εκείνους μεν ευχαριστήσας απέπεμψε, τον δε Άλκανδρον εισήγαγεν εις την οικίαν του, και ούτε τον εκακοποίησεν ούτε τον επέπληξεν· απολύσας δε τους συνήθεις υπηρέτας και νοσοκόμους του, διέταξεν εκείνον να τον υπηρετή. Εκείνος δε, μη έχων το φρόνημα αγενές, εξετέλει την προσταγήν του εν σιωπή, και μένων πλησίον του Λυκούργου, και συζών μετ' αυτού, εγνώρισε την πραότητα και την διάθεσιν της ψυχής του, και την αυστηρότητα της διαίτης του, και το ακάματον αυτού εις τους κόπους, και αυτός ισχυρώς προσηλώθη εις τον άνδρα, και προς τους φίλους του έλεγεν ότι δεν είναι σκληρός ουδ' αυθάδης ο Λυκούργος, αλλ' εξ εναντίας εκείνος μόνος ήτον ήμερος και πράος προς τους άλλους. Ούτω λοιπόν ετιμωρήθη αυτός, και εις τοιαύτην υπεβλήθη ποινήν, αντί νέου κακού και αυθάδους, γενόμενος ανήρ εμφρονέστατος και χρηστότατος. Εις ανάμνησιν δε του παθήματος αυτού έκτισεν ο Λυκούργος ιερόν της Αθηνάς, ήν ωνόμασεν Οπτιλέτιν, διότι οι εκεί Δωριείς ονομάζουσιν οπτίλους τους οφθαλμούς (314). Τινές δε λέγουσιν, εν οίς και ο Διοσκορίδης (315), ο γράψας την Λακωνικήν πολιτείαν, ότι ο Λυκούργος εκτυπήθη μεν, αλλά δεν ετυφλώθη· και ότι ανήγειρεν εις την θεάν το ιερόν ως ευχαριστήριον διά την θεραπείαν του. Από της συμφοράς δ' εκείνης απέμαθον οι Σπαρτιάται να φέρωσι βακτηρίαν όταν συνεδριάζωσι.

ΙΒ'. Τα δε συσσίτια οι μεν Κρήτες ονομάζουσιν Άνδρια, οι δε Λακεδαιμόνιοι Φιδίτια, είτε ως αφορμάς γινόμενα φιλίας και φιλοφροσύνης, το δε λαμβάνοντες αντί του λ, είτε ως συνηθίζοντα αυτούς εις φειδώ και εγκράτειαν. Τίποτε δε δεν εμποδίζει να προσετέθη και το πρώτον γράμμα έξωθεν, καθώς τινες λέγουσι, και να ήσαν Εδίτια κυρίως, εκ του «Έδω» την δίαιταν δηλούντα και την τροφήν. Συνήρχοντο δ' ανά δεκαπέντε ή καί τι ολιγώτεροι ή περισσότεροι. Έφερε δε καθείς των συσσίτων κατά μήνα αλεύρου μεν μέδιμνον (316), οίνου χόας οκτώ, τυρού πέντε μνας, και σύκων πέντε ημίμναια, και προσέτι δι' αγοράν προσφαγίου ολίγιστον νόμισμα. Αν δέ τις ετέλει θυσίαν, έπεμπεν εις το συσσίτιον απαρχήν, και αν εξήρχετο εις κυνήγιον, μέρος της θήρας του· διότι εσυγχωρείτο να δειπνή τις εις την οικίαν του, όταν, διότι έθυεν, ή διότι ήτον εις το κυνήγιον, είχεν εξωρίσει· οι δ' άλλοι όλοι έπρεπε να παρευρίσκωνται. Επί πολύν δε καιρόν εφύλαττον ακριβώς ταύτην την των συσσιτίων διάταξιν και όταν ο βασιλεύς Άγις επανήλθεν εκ της εκστρατείας, αφ' ού ενίκησε τους Αθηναίους (317), και θέλων να δειπνήση μετά της γυναικός του, έστειλε να ζητήση τας μερίδας του, οι πολέμαρχοι (318) δεν το επέτρεψαν εις αυτόν, επειδή δ' αυτός οργισθείς δεν εθυσίασε την επαύριον την θυσίαν ήν ώφειλε, τω επέβαλον πρόστιμον. Ήρχοντο δε και οι παίδες εις τα συσσίτια, ως εις σωφροσύνης σχολεία φερόμενοι, και ήκουον λόγους πολιτικούς, και έβλεπον παιδαγωγούς εις την ελευθερίαν, και αυτοί συνήθιζον να παίζωσι και να ειρωνεύωνται χωρίς αγενείας, και, όταν τις ειρωνεύετο αυτούς, να μη θυμώνωσι, διότι και τούτο φαίνεται ότι ήτον λακωνικώτατον, το ν' ανέχωνται τας ειρωνίας, ο δε μη θέλων να τας υποφέρη είχε την άδειαν να παρακαλέση περί τούτου, και τότε ο ειρωνευόμενος έπαυεν. Εις έκαστον δε των συνερχομένων ο πρεσβύτερος, δείξας τας θύρας, τω έλεγεν «Έξω αυτών λόγος δεν εξέρχεται». Λέγουσι δ' ότι ο θέλων να μετέχη του συσσιτίου, εψηφοφορείτο ως έπεται· Έκαστος, λαμβάνων εις την χείρα τμήμα άρτου εις ό εσπόγγιζον τους δακτύλους, έρριπτεν αυτό εν σιωπή, ως ψήφον, εις αγγείον ό έφερεν ο υπηρέτης εις την κεφαλήν, ο μεν επιδοκιμάζων απλώς, ο δ' αποδοκιμάζων θλίψας αυτό σφοδρώς διά της χειρός του, διότι η πεπιεσμένη ψήφος είχε την ισχύν της τετρυπημένης (319). Και αν μίαν μόνην εύρωσι τοιαύτην, δεν δέχονται τον υποψήφιον, θέλοντες να συναναστρέφωνται όλοι ευχαρίστως προς αλλήλους. Ο δ' ούτως αποβληθείς ελέγετο ότι εκαδδήθη, διότι κάδδος ελέγετο το αγγείον εις ό ερρίπτοντο του άρτου τα τεμάχια. Εκ δε των φαγητών ηγάπων κυρίως τον μέλανα ζωμόν, ώστε ούτε κρέας ήθελον οι πρεσβύτεροι, αλλά το άφηνον εις τους νεανίας, και κατά τάξιν καθήμενοι αυτοί, έτρωγον τον ζωμόν. Λέγεται δ' ότι βασιλεύς τις του Πόντου (320) διά τον ζωμόν τούτον ηγόρασε μάγειρον εκ Λακωνίας· όταν όμως έφαγεν εξ αυτού, ότι δυσηρεστήθη· αλλ' ο μάγειρος τω είπεν «Ω βασιλεύ, τον ζωμόν τούτον πρέπει να τρώγη τις αφ' ού λουσθή εις τον Ευρώταν». Αφ' ού δε και πίωσι μετρίως, αναχωρούσι χωρίς να έχωσι λαμπάδας. Διότι δεν επιτρέπεται ούτε εις αυτήν ούτε εις άλλην οδόν να βαδίζωσι φωτιζόμενοι, διά να συνηθίζωσι να πηγαίνωσι και εις το σκότος και την νύκτα αφόβως και θαρραλέως. Τα συσσίτια λοιπόν τοιαύτην είχον τάξιν.

ΙΓ. Νόμους δε γεγραμμένους δεν έδωκεν ο Λυκούργος, και απαγορεύει μάλιστα τούτο μία των λεγομένων ρητρών. Ενόμιζε δ' ότι τα κυριώτερα των συντελούντων εις αρετήν και εις ευδαιμονίαν της πόλεως τότε μένουσιν ασφαλή και ακίνητα, όταν συνουσιώνται μετά των ηθών και μετά της αγωγής των πολιτών, και ότι δι' αυτά δεσμός ισχυρότερος της ανάγκης είναι η προαίρεσις, ήν δίδει η εκπαίδευσις εις τους νέους, νομοθέτου θέσιν επέχουσα παρ' εκάστω αυτών. Τα δε μικρά και χρηματικά συμβόλαια, τα κατά τας ανάγκας άλλοτε άλλως μεταβαλλόμενα, έκρινε καλλήτερον να μη τα δέση εις εγγράφους υποχρεωτικούς ορισμούς και εις αμετακίνητα έθιμα, αλλά να τ' αφήση να λαμβάνωσι προσθαφαιρέσεις κατά τους καιρούς, όσας ήθελον εγκρίνει οι μάλλον πεπαιδευμένοι· διότι το σύνολον, το παν της νομοθεσίας εξήρτησεν εκ της παιδείας. Μία λοιπόν ρήτρα ήτον να μη έχωσι νόμους εγγράφους. Άλλη δ' υπήρχε κατά της πολυτελείας εκάστη οικία να έχη την μεν οροφήν της κατεσκευασμένην διά μόνου πελέκεως, την δε θύραν της διά μόνου πρίονος, και ουδενός άλλου εργαλείου. Διότι το μετά ταύτα, ως λέγεται, ρηθέν υπό του Επαμεινώνδου διά την τράπεζάν του, ότι «τοιούτον γεύμα δεν χωρεί προδοσίαν», τούτο πρώτος ενόησεν ο Λυκούργος, ότι τοιαύτη οικία δεν χωρεί πολυτέλειαν και τρυφήν· ουδ' υπάρχει τις τοσούτον απειρόκαλος και ανόητος, ώστε εις οικίαν αφελή και πρόστυχον να εισαγάγη κλίνας αργυρόποδας, και στρώματα πορφυρά, και χρυσά ποτήρια, και την άλλην παρεπομένην πολυτέλειαν· αλλ' ανάγκη υπάρχει να είναι αρμόζουσα και όμοια προς την οικίαν η κλίνη, προς την κλίνην τα ενδύματα, και προς ταύτα η λοιπή του οίκου διασκευή και τα έπιπλα. Εξ αιτίας δε ταύτης της συνηθείας λέγουσιν ότι και ο πρεσβύτερος Λεωτυχίδας (321) δειπνών ποτε εις την Κόρινθον, και ιδών την στέγην του οίκου ότι είχε πολυτελή την κατασκευήν και φατνωματικήν (322), ηρώτησε τον οικοδεσπότην, αν τα ξύλα βλαστάνωσι τετράγωνα παρ' αυτοίς. Τρίτην δε ρήτραν μνημονεύουσι του Λυκούργου την απαγορεύουσαν να εκστρατεύωσι κατά των ιδίων εχθρών, διά να μη συνηθίζωσιν ούτοι ν' ανθίστανται πολλάκις, γινόμενοι ούτω πολεμικοί. Και κατά τούτο μάλιστα κατηγορούσιν έπειτα τον βασιλέα Αγησίλαον (323) ότι, διά των συχνών και πυκνών εισβολών και εκστρατειών εις την Βοιωτίαν, κατέστησε τους Θηβαίους ικανούς αντιπάλους των Λακεδαιμονίων. Δι' ό και ιδών αυτόν πληγωθέντα ο Ανταλκίδας (324), «καλά, τω είπε, δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι ούτε θέλοντας, ούτε ηξεύροντας, συ τους εδίδαξας να πολεμώσι». Τα τοιαύτα λοιπόν νομοθετήματα ωνόμασε ρήτρας, ως χρησμούς τινας υπό του Θεού δεδομένους.

ΙΑ. Της δ' ανατροφής, ήν εθεώρει ως το μέγιστον και κάλλιστον έργον του νομοθέτου, αρχήν μακρόθεν ποιούμενος, επεμελείτο πρώτον τα κατά τους γάμους και τας γενέσεις. Διότι δεν είναι αληθές, ως λέγει ο Αριστοτέλης (325), ότι επιχειρήσας να σωφρονίση τας γυναίκας, παρητήθη τούτου ταχέως, μη δυνηθείς να περιστείλη την μεγάλην ελευθερίαν αυτών και την γυναικοκρατίαν, προερχομένην εκ των συνεχών εκστρατειών των ανδρών, καθ' άς ηναγκάζοντο ν' αφήνωσιν αυτάς κυρίας, ώστε και υπέρ το δέον τας επεριποιούντο, και τας ωνόμαζον Δεσποίνας. Εξ εναντίας εφρόντισε και περί αυτών όσον έπρεπε· και τα μεν σώματα των παρθένων ενεδυνάμωσε, γυμνάζων αυτάς εις τρέξιμον, και εις πάλην, και εις βολήν δίσκων και ακοντίων, θέλων ώστε και η πρώτη των γεννωμένων ρίζωσις, ισχυράν λαμβάνουσα την αρχήν εις τα σώματα, καλλητέρα να βλαστάνη, και αυταί ρωμαλέως τον τοκετόν υποφέρουσαι, ν' αγωνίζωνται καλώς και ευκόλως προς τους πόνους αυτού. Αφήρεσε δε πάσαν μαλακότητα και πάσαν θηλυπρέπειαν, και το να σκιατραφώνται κατ' οίκον, και συνείθισεν, ως τους παίδας, ούτω και τας κόρας γυμναί ν' ακολουθώσι τας πομπάς, και να χορεύωσιν εις τελετάς τινάς, και να ψάλλωσιν, εν ώ οι νέοι παρόντες τας έβλεπον. Ενίοτε δε και ειρωνίας προς έκαστον αποτείνουσαι, τω προσήπτον τα σφάλματά του επωφελώς προς αυτόν εν ώ αφ' ετέρου εγκώμια έμμετρα ψάλλουσαι εις τους αξίους αυτών, πολλήν ενέπνεον εις τους νέους φιλοτιμίαν και ζήλον· διότι ο εγκωμιασθείς διά τας ανδραγαθίας του, και περίφημος μεταξύ των παρθένων γενόμενος, ανεχώρει επαιρόμενος διά τους επαίνους· τα δ' ευτράπελα και σκωπτικά εγγίγματα δεν ήσαν ολιγώτερον επαισθητά των σπουδαίων νουθεσιών, διότι εις τα θεάματα ταύτα μετά των λοιπών πολιτών συμπαρευρίσκοντο και οι βασιλείς και οι γέροντες. Δεν ήτον δ' η γύμνωσις των παρθένων κατ' ουδένα λόγον αισχρά, διότι συνυπήρχεν αιδώς, και έλειπε παν ίχνος ακολασίας· συνείθιζε δε μόνον εις την απλότητα και εις τον ζήλον της ευρωστίας, και ενέπνεε φρόνημα ευγενές εις τας γυναίκας, αίτινες ουδ' αρετής ουδέ φιλοτιμίας εισίν ανεπίδεκτοι. Διά τούτο εις αυτάς και να λέγωσι συνέβαινε και να φρονώσιν, ως ιστορείται περί Γοργούς, της γυναικός του Λεωνίδου, όταν ξένη τις, ως φαίνεται, τη είπε, «μόναι σεις αι Λάκαιναι εξουσιάζετε τους άνδρας σας», και εκείνη απεκρίθη, «διότι μόναι γεννώμεν άνδρας».

ΙΕ. Και ήσαν μεν και ταύτα παρακινητικά προς γάμον, αι πομπαί λέγω των παρθένων, και αι γυμνάσεις, και οι αγώνες αυτών εν παρουσία των νέων, οίτινες ειλκύοντο υπ' ερωτικής, ως λέγει ο Πλάτων (326) και ουχί υπό γεωμετρικής ανάγκης. Αλλά προσέθηκε και ατιμίαν εις τους αγάμους τινά, εμποδίζων αυτούς του να παρευρίσκονται εις τους γυμνικούς αγώνας ως θεαταί· προσέτι δ' οι άρχοντες τους διέταττον να περιέρχονται τον χειμώνα γυμνοί την αγοράν, και οι εκεί περιδιαβάζοντες τοις έψαλλον ωδήν τινα δι' αυτούς εστιχουργημένην, και λέγουσαν ότι δίκαια έπασχον, διότι δεν επείθοντο εις τους νόμους. Εστερούντο δε και της τιμής και της περιποιήσεως ήν οι νέοι προσέφεραν εις τους γεροντοτέρους. Διά τούτο κάνεις δεν κατηγόρησε τον λόγον όν τις είπε προς τον Δερκυλλίδην, καίτοι όντα καλόν στρατηγόν. Εν ώ τω όντι αυτός διέβαινε, των νεωτέρων τις δεν υπεχώρησεν εις αυτόν, ειπών, «Αλλ' ούτε συ εγέννησάς τινα, όστις εις εμέ να υποχωρήση». Ενυμφεύοντο δε δι' αρπαγής, ουχί μικράς και αώρους εις γάμον, αλλ' ακμαίας και ωρίμους παρθένους. Παραλαμβάνουσα δε την αρπασθείσαν η λεγομένη νυμφεύτρια, εξύριζε σύρριζα την κεφαλήν αυτής, την ενέδυεν ανδρός φορέματα και υποδήματα, και τη έστρωνε να κοιμηθή εις στίβαν καλάμων, μόνη, χωρίς φωτός. Τότε δ' ο νυμφίος, ούτε μεθύων ούτε τρυφών, αλλά νήφων ως πάντοτε, αφ' ού εδείπνησεν εις τα φιδίτια, εισήρχετο, έλυε της κόρης την ζώνην, και ανεγείρας αυτήν, την έφερεν εις την κλίνην. Μείνας δε πλησίον αυτής ουχί πολύν χρόνον, απήρχετο κοσμίως να κοιμηθή, ως πρότερον, μετά των άλλων νέων. Και του λοιπού το αυτό έπραττε, συνδιημερεύων μεν μετά των συνηλικιωτών του και συναναπαυόμενος, προς δε την νύμφην απερχόμενος μετά συστολής, εντρεπόμενος και φοβούμενος μη τον εννοήση τις των συνοίκων της. Ετεχνάζετο δε και η νύμφη και συνήργει ώστε να συναπαντώνται εις καιρόν αρμόδιον, και χωρίς τις να τους εννοήση. Εγίνοντο δε ταύτα ουχί επ' ολίγον καιρόν, αλλ' ως και παιδία να γεννηθώσι τινών, πριν ημέραν να ιδώσι τας γυναίκας των· Η δε τοιαύτη συνάντησις ου μόνον ήτον εξάσκησις εις εγκράτειαν και εις σωφροσύνην, αλλά και τα σώματα ανεδείκνυε γόνιμα και αυτούς έφερε πάντοτε διά του έρωτος νεαρούς και προσφάτους εις την ένωσιν, ουχί δε κεκορεσμένους και εξησθενημένους εκ των ελευθέρων συγκοινωνιών, αλλ' αφήνοντας πάντοτε ως λείψανόν τι και διερέθισμα του προς αλλήλους πόθου και της αγάπης. Εν ώ δε διά τοσαύτης αιδούς και τάξεως διεκόσμησε τον γάμον, αφήρεσε προσέτι και την ματαίαν και γυναικώδη ζηλοτυπίαν, ως καλόν μεν νομοθετήσας να λείψη από του γάμου πάσα κακοήθεια και πάσα αταξία, αλλά να μετέχωσι της παιδοποιίας οι άξιοι μόνον, και περιγελών ως άμικτα έχοντας και ακοινώνητα ήθη τους τιμωρούντας ταύτα διά σφαγών και πολέμων. Διότι εσυγχώρει εις άνδρα γέροντα νέας γυναικός, αν είχεν υπόληψιν και αγάπην προς νέον τινά καλόν καγαθόν, να τον φέρη προς αυτήν, και πληρώσας αυτήν γενναίου γόνου, να οικειοποιήται το γεννηθέν παιδίον. Επέτρεπε δ' αφ' ετέρου και εις χρηστοήθη άνδρα, αν εθαύμαζε σώφρονά τινα και καλλίτεκνον γυναίκα, έγγαμον ήδη, να πείθη τον άνδρα της να τω παραχωρή αυτήν, διά να γεννηθώσιν εξ αυτής παίδες, ως εις καλλίκαρπον χώραν φυτευθέντες, αγαθών ανδρών αδελφοί και συγγενείς. Διότι πρώτον μεν ο Λυκούργος θεώρει τους παίδας ως ανήκοντας ουχί ιδίως εις τους πατέρας, αλλά κοινώς εις την πόλιν· όθεν ήθελε να γεννώνται οι πολίται εκ των άριστων, ουχί εκ των τυχόντων. Έπειτα δε πολλήν έβλεπε την αβελτηρίαν και τον τύφον εις τα περί τούτου των άλλων νομοθετήματα· διότι κύνας μεν και ίππους ενούσι μετά των αρίστων του είδους των, λαμβάνοντες αυτούς διά παρακλήσεων ή μισθού παρά των κυρίων των τας δε γυναίκας κατακλείουσι και φρουρούσι, απαιτούντες αυτών μόνων να είναι οι παίδες, και άφρονες αν ώσι, και παρήλικες και ασθενικοί (327) ως τα παιδία να μη γίνωνται κακά προς πρώτους τους γονείς και τροφείς των, αν εκ κακών γεννηθώσι, και εξ εναντίας χρηστά, αν χρηστήν έχωσι γέννησιν. Ταύτα δ' ούτω κατά φυσικούς και πολιτικούς λόγους γινόμενα τότε, τοσούτον απείχον της ακολασίας ήτις λέγεται ότι μετά ταύτα επεκράτησεν ως προς τας γυναίκας, ώστε ποτέ συζυγική απιστία παρ' αυτοίς δεν ηκούσθη. Και απομνημονεύεται λόγος Γεράδα τινός Σπαρτιάτου, εκ των παλαιοτάτων, όστις ερωτηθείς υπό ξένου πώς τιμωρούνται οι μοιχοί παρ' αυτοίς, είπεν «Ω ξένε, ουδείς γίνεται μοιχός παρ' ημίν». Επειδή δ' ο ξένος επέμεινεν ρωτών «Αλλ' αν γίνη;» «Πληρώνει, είπεν ο Γεράδας, ταύρον μέγαν, όστις κύψας από του Ταϋγέτου (328) πίνει εις τον Ευρώταν». Προς ταύτα θαυμάσας ο ξένος, ηρώτησε, «Και πώς γίνεται βους τόσος μέγας;» ο δε Γεράδας γελάσας, «Και πώς γίνεται, είπε, μοιχός εις την Σπάρτην;» Ταύτα ιστορούνται περί των γάμων.

ΙΣΤ. Το δε γεννηθέν παιδίον δεν είχεν εξουσίαν ο πατήρ του να το αναθρέψη· αλλά το έφερεν εις θέσιν καλουμένην Λέσχην, όπου καθήμενοι των συμφυλετών οι πρεσβύτεροι, και εξετάσαντες το παιδάριον, αν μεν το εύρισκον εύρωστον και καλώς μεμορφωμένον, τω επέτρεπον να το αναθρέψη, δίδοντες εις αυτόν ένα εκ των εννέα χιλιάδων κλήρων· αν δ' ήτον ασθενικόν και άμορφον, το έστελλον εις τας λεγομένας Αποθέτας, τόπον βαραθρώδη πλησίον του Ταΰγέτου, επί τω λόγω ότι ούτε εις αυτό ούτε εις την πόλιν ήτον χρήσιμον να ζη το αμέσως εξ αρχής μη έχον ευεξίαν και δύναμιν· όθεν και δεν έλουον αι γυναίκες τα βρέφη εις ύδωρ, αλλ' εις οίνον, δοκιμάζουσαι ούτω την κράσιν αυτών. Διότι, λέγεται ότι τα επιληπτικά και νοσώδη δεν αντέχουσι προς τον άκρατον οίνον, αλλ' αποκάμνοντα αποθνήσκουσιν (329) εν ώ τα υγιεινά μάλλον ενδυναμούνται και αποσκληρύνονται. Είχον δε και αι τροφοί τέχνην τινά εις την επιμέλειαν αυτών, διότι τα βρέφη χωρίς σπαργάνων ανατρέφουσαι, άφηνον ν' αναπτύσσονται ελευθέρως τα μέλη και η μορφή των, προσέτι δε τα συνήθιζον να είναι εύκολα εις πάσαν δίαιταν, να μη σιχαίνονται καμμίαν, να μη φοβώνται το σκότος ούτε την ερημίαν, ούτε δυστροπίας να συνηθίζωσιν ούτε κλαυθμηρισμούς. Διά τούτο και πολλάκις ξένοι ηγόραζον τροφούς Λακωνικάς, και η Αμύκλα, ήτις εθήλασε τον Αθήναιον Αλκιβιάδην, λέγεται ότι ήτον Λάκαινα. Αλλ' εις αυτόν μεν, ως λέγει ο Πλάτων, ο Περικλής (330) έδωκε παιδαγωγόν τον Ζώπυρον, όστις κατ' ουδέν διέφερε των άλλων δούλων. Εις δε των Σπαρτιατών τους παίδας ο Λυκούργος δεν επέτρεπε να έχωσι παιδαγωγούς αγοραστούς ή υπομισθίους, ούτε ήτον συγκεχωρημένον εις έκαστον ν' ανατρέφη και να εκπαιδεύη τον υιόν του ως ήθελεν, αλλ' άμα έφθανον εις το έβδομον έτος της ηλικίας των, ευθύς παραλαμβάνων όλους αυτούς, τους κατέταττεν εις αγέλας, και να συζώσιν αναγκάζων αυτούς και να συντρέφωνται, τους συνήθιζε ν' ασχολώνται ομού και να παίζωσι. Καθίστα δ' άρχοντα εκάστης αγέλης τον φρονιμώτερον εις τας σκέψεις και θαρραλεώτερον εις τας συμπλοκάς· και εις αυτόν απέβλεπον όλοι, και υπήκουον όταν επρόσταζε, και υπέφερον όταν τους ετιμώρει, ώστε η τιμωρία ήτον ευπειθείας μελέτη. Επέβλεπον δ' οι γεροντότεροι αυτούς όταν έπαιζον, και συνεχώς προκαλούντες μεταξύ αυτών μάχας και φιλονεικίας, παρετήρουν προσεκτικώς, οποίος ήτον έκαστος εξ αυτών ως προς την τόλμην, και αν δεν απέφευγε τας μάχας και τους αγώνας. Και γράμματα μεν εμάνθανον, ως αναγκαία· η δε λοιπή αγωγή αυτών σκοπόν είχε να τους καταστήση ευπειθείς εις την εξουσίαν, καρτερικούς εις τους κόπους, και ικανούς να νικώσιν εις τας μάχας. Διό και όσον επροχώρουν εις την ηλικίαν, τόσω ηύξανον την άσκησιν αυτών, ξυρίζοντες αυτούς σύρριζα, και συνηθίζοντες αυτούς να περιπατώσιν ανυπόδυτοι, και να παίζωσιν ως επί το πλείστον γυμνοί. Όταν δ' εγίνοντο δώδεκα ετών, δεν εφόρουν πλέον χιτώνα, και ελάμβανον έν μόνον κατ' έτος ιμάτιον, και είχον τα σώματα ρυπαρά, και ούτε λουτρά ήξευρον ούτε αλοιφάς (331), αλλά μόλις ολίγας ημέρας του έτους απελάμβανον τοιαύτας περιποιήσεις. Εκοιμώντο δ' ομού, διηρημένοι κατ' ίλας και αγέλας, εις στίβας άς αυτοί οι ίδιοι έφερον, κόπτοντες διά των χειρών των, και άνευ σιδήρου, τας κορυφάς των καλάμων αίτινες εβλάστανον εις του Ευρώτου τας όχθας. Τον δε χειμώνα έστρωνον και τους λεγομένους λυκοφάνους (332), και τους εμίγνυον εις τας στιβάδας, διότι νομίζεται ότι η ύλη αυτών έχει τι θερμαντικόν.

ΙΖ. Όταν δ' είχον φθάσει εις ταύτην την ηλικίαν, τότε συνανεστρέφοντο μετ' αυτών ως ερασταί οι άριστοι των νέων, και τότε μάλιστα προσείχον εις αυτούς οι πρεσβύτεροι, παρευρισκόμενοι εις τα γυμνάσια αυτών, και παρόντες όταν ηγωνίζοντο προς αλλήλους και όταν περιεπαίζοντο αστειευόμενοι, και τούτο ουχί παρέργως, αλλά τρόπον τινά ως νομίζοντες ότι όλοι όλων ήσαν πατέρες και παιδαγωγοί και άρχοντες· ώστε ούτε καιρός έμενεν ούτε τόπος καθ' όν να μη υπάρχη ο νουθετών τον σφάλλοντα και ο τιμωρών. Προσέτι δε διωρίζετο και παιδονόμος εκ των αρίστων ανδρών, και πλην αυτού εκάστης αγέλης προΐστατο ο σωφρονέστατος πάντοτε και γενναιότατος εκ των λεγομένων Ειρένων. Ονομάζουσι δ' Είρενας τους προ δύο ετών εξελθόντας της παιδικής ηλικίας, ως καλούσι Μελλείρενας τους μεγαλητέρους των παίδων. Ο Είρην λοιπόν ούτος, εικοσαετής γενόμενος, διοικεί εις τας μάχας τους υποτεταγμένους, και κατ' οίκον τους μεταχειρίζεται ως υπηρέτας εις το δείπνον, και διατάττει τους μεν μεγαλητέρους να φέρωσι ξύλα, τους δε μικροτέρους λάχανα. Φέρουσι δ' αυτά κλέπτοντες άλλοι μεν εκ των κήπων, άλλοι δε κρυφίως εισχωρούντες εις των ανδρών τα συσσίτια, μετά πολλής πανουργίας και προφυλάξεως· όστις δε φωραθή, πολλάς λαμβάνει μαστιγώσεις, ως και κλέπτων αμελώς και ατέχνως. Κλέπτουσι δε και εκ των τροφών ό,τι δύνανται, μανθάνοντες επιτηδείως να επιπίπτωσι κατά των κοιμωμένων ή αμελώς φυλαττόντων. Αν δέ τις κατανοηθή, η ποινή του είναι ραβδισμός και η πείνα· και τοις δίδεται ολίγον δείπνον, διά ν' αναγκάζωνται διά τόλμης και πανουργίας να κερδίζωσι το ελλείπον. Και τούτο μεν είναι της ολιγοσιτίας το κύριον αποτέλεσμα· παρέργως δ' επιφέρει αυτή και των σωμάτων την αύξησιν, διότι λαμβάνουσι μήκος αυτά, όταν το πνεύμα δεν συνέχηται και ασχολήται πολύ υπ' αφθονίας τροφής, εις βάθος και πλάτος πιεζόμενον, αλλ' ως ελαφρόν προχωρή προς τα άνω, και το σώμα ευκόλως και ελευθέρως ακολουθή (333). Προσέτι τούτο φαίνεται ότι συντελεί και εις την ωραιότητα· διότι αι ισχναί και ζωηραί κράσεις υπακούουσι μάλλον εις την μόρφωσιν των μελών, εν ώ αι ογκώδεις και πολύ τεθραμμέναι ανθίστανται εξ αιτίας του βάρους. Καθώς και των εγγύων γυναικών, αίτινες καθαρσίων ποιούνται χρήσιν, τα παιδία γεννώνται ισχνά μεν, αλλά ευειδή και καλώς εσχηματισμένα, εξαιτίας της ελαφρότητος της ύλης, ήτις ευκολώτερον δέχεται τον τύπον. Αλλ' η αιτία του συμβαίνοντος τούτου ας μείνη και άλλοι ν' αποφανθώσι περί αυτής.

ΙΗ. Κλέπτουσι δε μετά τοσαύτης προφυλάξεως οι παίδες, ώστε λέγεται ότι έκλεψε ποτέ τις μικράν αλώπεκα, και την έκρυπτεν εις το φόρεμά του· τω εσπάραττε δε το θηρίον την γαστέρα διά των ονύχων και διά των οδόντων αλλά το παιδίον, διά να μη εννοηθή, υπέφερε τους πόνους και απέθανε. Τούτο δε δεν είναι απίστευτον ουδ' ως προς τους σημερινούς εφήβους, διότι πολλούς αυτών είδομεν ν' αποθνήσκωσιν υπό τας πληγάς εις τον βωμόν της Ορθίας (334). Εδείπνει δ' ο Είρην κείμενος κατά γης, και άλλον μεν των παίδων διέταττε να τραγωδή, εις άλλον δ' υπέβαλλεν ερώτησιν, απαιτούσαν εσκεμμένην απόκρισιν, οίον· τις των ανθρώπων είναι ο άριστος; ή, Οποία τις είναι του δείνος η πράξις; Εκ τούτου δε συνείθιζον ευθύς εξ αρχής και να κρίνωσι περί των καλών, και να εξετάζωσι περί των πολιτών. Διότι το να ερωτηθή τις, ποίος των πολιτών είναι αγαθός, ή ποίος είναι ανάξιος, και να μη ηξεύρη ν' αποκριθή, εθεωρείτο ως σημείον ψυχής νωθράς και αφιλοτίμου προς αρετήν. Έπρεπε δε η απόκρισις να συνοδεύηται και υπ' αιτιολογίας και αποδείξεως, βραχυλόγως εκπεφρασμένης και συντόμου. Ο δ' εσφαλμένως αποκριθείς ετιμωρείτο υπό του Είρενος, όστις τω εδάγκανε τον μέγαν δάχτυλον της χειρός. Πολλάκις δε και επί παρουσία των γεροντοτέρων και των αρχόντων ο Είρην ετιμώρει τους παίδας, δίδων απόδειξιν αν τους τιμωρή ευλόγως και καθώς πρέπει. Και όταν μεν τους ετιμώρει δεν εμποδίζετο· αφ' ού δ' ανεχώρουν αι παίδες, υπεβάλλετο αυτός εις ευθύνην, αν τους επαίδευσε τραχύτερον του δέοντος, ή εξ εναντίας μαλακώτερον και ατόνως. Μετείχον δ' οι ερασταί και της καλής και της κακής υπολήψεως των παιδίων, και λέγεται ότι παιδίον ποτέ εις τους αγώνας εξέπεμψε φωνήν αγενή, και ότι αντί αυτού ετιμώρησαν τον εραστήν του οι άρχοντες. Τόσον δ' επεδοκιμάζετο παρ' αυτοίς ο έρως, ώστε και αι ενάρετοι γυναίκες έτρεφον έρωτα προς τας παρθένους, η δ' αντιζηλία ήτον άγνωστος παρ' αυτοίς· αλλ' οι αντερασταί μάλλον συνέδεον ως εκ τούτου προς αλλήλους φιλίαν, και συνηγωνίζοντο πώς ν' αποδείξωσιν όσον το δυνατόν καλλήτερον τον ερώμενον.

ΙΘ. Εδίδασκον δε τους παίδας και να μεταχειρίζονται λόγον έχοντα την χάριν αναμεμιγμένην μετά πικρίας, και πολλήν έννοιαν δι' ολίγων λέξεων. Και το μεν σιδηρούν νόμισμα, ως ερρέθη ενομοθέτησεν ο Λυκούργος να έχη πολύ μεν το βάρος μικράν δε την αξίαν. Το δε νόμισμα του λόγου εξ ενάντιας κατασκεύασε τοιούτον, ώστε δι' ολίγων και απλών λέξεων πολλήν και εξαίρετον να εκφράζη διάνοιαν, αναδεικνύων διά της σιωπής τους παίδας αποφθεγματικούς και πεπαιδευμένους προς αποκρίσεις· διότι, ως οι ακόλαστοι εισίν άγονοι ως επί το πλείστον και άκαρποι, ούτω και η περί το λαλείν ασωτία καθίστα τον λόγον κενόν και ανόητον. Όταν κάτοικός τις της Αττικής, περιπαίζων τας Λακωνικάς μαχαίρας διά την μικρότητά των, έλεγεν ότι οι θαυματοποιοί καταπίνουσιν αυτάς ευκόλως εις τα θέατρα, «Και όμως, είπεν ο Βασιλεύς Άγις (335) ημείς δι' αυτών άριστα φθάνομεν τους εχθρούς». Εγώ δε βλέπω και τον λόγον τον Λακωνικόν ότι βραχύς μεν φαίνεται, αλλά φθάνει άριστα εις τα πράγματα, και κατακυριεύει τον νουν των ακροατών. Και ο Λυκούργος δ' αυτός πιθανόν ότι ήτον βραχυλόγος και αποφθεγματικός καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν εκ των απομνημονευμάτων ως είναι εκείνο το ρητόν του περί πολιτείας, εις τον θέλοντα να εισαγάγη την δημοκρατίαν εις την πόλιν «Άρχισον (τω είπε) πρώτον να εισαγάγης συ την δημοκρατίαν εις την οικίαν σου». Και το περί των θυσιών, προς τον ερωτήσαντα, διατί τας διέταξε τοσούτον ευτελείς και μικράς; «Διά να μη παύωμεν (είπε) ποτέ τιμώντες τους Θεούς». Και το περί των αγωνισμάτων, εξ ών εκείνα μόνα δεν απηγόρευεν εις τους πολίτας, εις όσα χειρ δεν υψούτο (336). Αναφέρονται δ' αυτού και δι' επιστολών αποκρίσεις τοιαύται προς τους πολίτας. Πώς δυνάμεθα ν' αποφύγωμεν εφόδους εχθρών; «Αν μένητε πτωχοί, και δεν ορέγησθε να έχητε ο είς περισσότερα του άλλου». Και πάλιν περί των τειχών «Δεν είναι ατείχιστος η πόλις ήν περικλείουσιν άνδρες και όχι πλίνθοι». Περί τούτων δε και των τοιούτων επιστολών, ούτε ν' απιστήσωμεν ούτε να πιστεύσωμεν εις αυτάς είναι εύκολον.

Κ. Της δε προς το μήκος των λόγων αποστροφής των Λακεδαιμονίων δείγματα τοιαύτα υπάρχουσι. Λεωνίδας ο βασιλεύς, ακούσας τινά ομιλούντα ακαίρως περί πραγμάτων χρησίμων, «Ω ξένε, τω είπε, το δέον μεταχειρίζεσαι εν ου δέοντι» Ο Χαρίλαος δ' ο ανεψιός του Λυκούργου, ερωτηθείς περί της ολιγότητος των νόμων αυτού, είπεν ότι «Όσοι δεν έχουσι πολλούς λόγους, δεν χρειάζονται και πολλούς νόμους». Ο δ' Αρχιδαμίδας (337) όταν τινές κατηγόρουν τον σοφιστήν Εκαταίον, (338) ότι προσκληθείς εις το συσσίτιον ουδέν έλεγεν, «Όστις, είπεν, ηξεύρει τον λόγον, ηξεύρει και τον καιρόν δι' αυτόν». Ιδού δε και απομνημονεύματα, περί ών έλεγον ότι πικρά μεν ήσαν, αλλ' ουχί και αμέτοχα χάριτος. Άνθρωπος πονηρός παρηνόχλει τον Δημάρατον (339) δι' ακαίρων ερωτήσεων, και μεταξύ άλλων πολλάκις τον ηρώτα τις ήτον ο άριστος των Σπαρτιατών; «Όστις ολιγώτερον δε ομοιάζει» (340)είπεν ο Δημάρατος. Ακούσας δ' ο Άγις (341) τινάς επαινούντας τους Ηλείους ότι καλώς και δικαίως διευθύνουσι τα Ολύμπια (342), «Και τι μέγα, είπε, πράττουσιν οι Ηλείοι ότι εν διαστήματι πέντε ετών επί μίαν ημέραν μεταχειρίζονται την δικαιοσύνην;» Ο δε Θεόπομπος (343), προς ξένον τινά όστις επεδείκνυεν εύνοιαν προς τους Λακεδαιμονίους, και έλεγεν ότι υπό των συμπολιτών του εκαλείτο φιλολάκων, «Καλόν, τω είπε, θα ήτον διά σε, ω ξένε, να καλήσαι φιλοπολίτης». Ο δ' υιός του Παυσανίου Πλειστώναξ (344), προς ρήτορα Αθηναίον, όστις έλεγεν αμαθείς τους Λακεδαιμονίους, «Καλά λέγεις, απεκρίθη, διότι μόνοι εκ των Ελλήνων ημείς ουδέν κακόν εμάθομεν από σας». Ο δ' Αρχιδαμίδας (345) προς τον ερωτήσαντα, πόσοι εισίν οι Σπαρτιάται, «Αρκετοί, είπεν, ω ξένε, ώστε να διώκωσι τους κακούς». Και εξ αυτών δε των αστεϊσμών των δύναται τις να συμπεράνη τα ήθη των διότι συνείθιζον ποτέ να μη λέγωσι λόγον περέργως, ουδέ φωνήν καν να εκβάλλωσι μη εκφράζουσαν όπως δήποτε έννοιαν. Παρακινούμενός τις ν' ακούση άνθρωπον όστις εμιμείτο την αηδόνα, « Αλλά την ήκουσα την ιδίαν (346)», απεκρίθη. Άλλος δε, αναγνούς το επίγραμμα τούτο,
«Την τυραννίαν σβέννυντας χαλκούς τους εθέρισεν Άρης·
Της Σελινούντος δ' εμπρός έπεσαν ούτοι ομού».

«Δικαίως, είπεν, απέθανον οι άνδρες, διότι έπρεπε να την αφήσωσι να καή ολόκληρος». Νεανίας δέ τις, προς τον υποσχόμενον να τω δώση αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι (347) απέθνησκον, «Όχι, παρακαλώ, είπε· δος μοι αλεκτρυόνας οίτινες μαχόμενοι να φονεύωσιν». Άλλος δε, ιδών τινας καθημένους επί εδρών προς χρείαν των, «Μη γένοιτο, είπε, να καθήσω εδώ, όθεν δεν ημπορώ να προσηκωθώ εις τους γεροντοτέρους». Τοιούτον λοιπόν ήτον το είδος των Λακωνικών αποφθεγμάτων, ώστε να λέγωσί τινες ουχί παραλόγως, ότι ο λακωνισμός ήτον κλίσις μάλλον προς την φιλοσοφίαν, παρά προς τα γυμνάσια (348).

ΚΑ. Η δε περί τας ωδάς και την μουσικήν εκπαίδευσις επεδιώκετο μετά της αυτής επιμελείας, μεθ' όσης και η ως προς τους λόγους βραχύτης και σαφήνεια. Είχον όμως και τα μέλη κέντρον πάντοτε διεγείρον την ψυχήν, και παριστών οργήν ενθουσιώδη προς δραστήριον πράξιν και η λέξις των ασμάτων ήτον αφελής και έντονος επί πραγμάτων σοβαρών και τα ήθη διαμορφούντων. Τα πλείστα εξ αυτών ήσαν έπαινοι και μακαρισμοί των υπέρ της Σπάρτης αποθανόντων, και κατηγορίαι των ριψασπίδων (349), ότι έζων ζωήν θλιβεράν και δυστυχεστάτην· και υπόσχεσις και καύχησις αρετής, αναλόγως προς τας ηλικίας· διότι εις τας εορτάς τρεις υπήρχον χοροί κατά τας τρεις ηλικίας συνεστημένοι. Εξ αυτών, αρχίζων ο των γερόντων, έψαλλεν·
Ήμεθ' ανδρείοι νεανίαι άλλοτε».
Αποκρινόμενος δ' ο των ανδρών, έλεγεν
«Είμεθα τώρα· Αν τολμάς, δοκίμασε»
Και τρίτος ο των παιδίων·
«Θα γίνωμεν ημείς πολύ καλλίτεροι».
Και εν γένει όστις επιστήση την προσοχήν του εις τα Λακωνικά ποιήματα, ών τινα σώζονται έτι μέχρις ημών, και αναλογισθή τους εμβατηρίους ρυθμούς, ούς μετεχειρίζοντο μετ' αυλού κινούμενοι κατά των εχθρών, θα εννοήση ότι ευλόγως και ο Τέρπανδρος (350) και ο Πίνδαρος συνήπτον την ανδρείαν μετά της μουσικής, διότι ο μεν ταύτα λέγει εις τα ποιήματά του περί Λακεδαιμονίων·
«Όπου ακμάζει των νέων αιχμή και λιγύφθογγος μούσα
η μεγαλόδωρος δίκη— »

Ο δε Πίνδαρος λέγει·
. . . . Όπου βουλαί γερόντων
και νέων αιχμαί ανδρών αριστεύουσι,
όπου μούσα και χοροί κ' ευθυμία.

Διότι τους λέγουσι συγχρόνως μουσικωτάτους και πολεμικωτάτους·
«Ίσον εστί τω καλώς πολεμείν το καλώς κιθαρίζειν»,
ως είπεν ο Λακωνικός ποιητής (351)· διότι και εις τας μάχας ο Βασιλεύς έθυε πρώτον εις τας Μούσας, ενθυμίζων, ως φαίνεται, την ανατροφήν των πολιτών και τας ωδάς ας εδιδάχθησαν, όπως τας έχωσι προχείρους εις τους κινδύνους, και προτρέπωνται υπ' αυτών οι μαχόμενοι εις πράξεις αξίας να υμνηθώσι.

ΚΒ. Τότε δε, χαλαρούντες και το σκληρότατον μέρος της των παίδων ανατροφής, δεν τοις απηγόρευον να καλλωπίζωσι την κόμην των, και να στολίζωσι τα ιμάτια και τα όπλα των, και έχαιρον βλέποντες αυτούς γαυριώντας και επαιρομένους προς τους αγώνας. Δι' ό και έτρεφον κόμην ευθύς ως εξήρχοντο της εφηβικής ηλικίας, και επεριποιούντο αυτήν μάλιστα κατά τους κινδύνους, διά να φαίνηται παχεία και καλώς εκτενισμένη· αναφέροντες και τον λόγον όν είπεν ο Λυκούργος περί της κόμης, ότι «Τους μεν ωραίους καθιστά ωραιοτέρους, τους δ' ασχήμους φοβερωτέρους». Επεδίδοντο δε και εις γυμνάσια μαλακώτερα εις τας εκστρατείας· και καθ' όλα τα άλλα καθιστών τον βίον των νέων ούτε τόσον αυστηρόν, ούτε τόσον κεχαλινωμένον, ώστε μεταξύ των ανθρώπων όλων εις μόνους αυτούς ο πόλεμος ήτον ανάπαυσις της προς τον πόλεμον ασκήσεις. Αφ' ού δε κατετάττετο η φάλαγξ αυτών, επί παρουσία των πολεμίων, ο Βασιλεύς έθυε μικράν αίγα, και παρήγγελλεν εις όλους να στεφανωθώσι, και εις τους αυλητάς ν' αυλήσωσι το Καστόριον μέλος (352). Ήρχιζε δε συγχρόνως αυτός τον πολεμιστήριον παιάνα, ώστε ήτον επίσημον το θέαμα και καταπληκτικόν, όταν εβάδιζον προς τον ρυθμόν του αυλού, και ούτε αποστήματα άφηνον εις την φάλαγγα, ούτε τας ψυχάς εταράττοντο, αλλά πράως και ιλαρώς υπό της μουσικής εφέροντο εις τον κίνδυνον διότι φυσικόν είναι οι ούτω διατεθειμένοι ούτε εις φόβον ούτε εις παραφοράν πολλήν να υπόκεινται, αλλά σταθερόν να έχωσι φρόνημα, μετ' ελπίδος και θάρρους, ως πεποιθότες ότι παρών ο Θεός τους υπερασπίζει. Επροχώρει δ' ο Βασιλεύς κατά των εχθρών, έχων πλησίον του νέον τινα νικήσαντα εις στεφανίτην αγώνα (353). Και λέγουσιν ότι Λακεδαιμόνιός τις, εις όν κατά τα Ολύμπια εδίδοντο πολλά χρήματα, δεν τα εδέχθη, αλλά μετά πολλού κόπου κατεπάλαισε τον ανταγωνιστήν του. Όταν δέ τις ηρώτησεν αυτόν «Και τι εκέρδισας εκ της νίκης, ω Λάκων;» είπε μειδιών « Ότι θα πολεμώ τους εχθρούς τεταγμένος εμπρός του Βασιλέως». Όταν δ' έτρεπον εις φυγήν και ενίκων τους εχθρούς, τους εδίωκον όσον μόνον απητείτο, όπως εξασφαλίσωσι την νίκην διά της φυγής των εχθρών, και ευθύς έπειτα επέστρεφον, ούτε γενναίον ούτε ελληνικόν θεωρούντες να κόπτωσι και να φονεύωσι τους αποκάμοντας και υποχωρήσαντας. Τούτο δε ήτον όχι μόνον καλόν και μεγαλόψυχον, αλλά προσέτι και χρήσιμον. Διότι οι πολεμούντες προς αυτούς, ηξεύροντες ότι τους μεν ανθισταμένους φονεύουσιν, αφήνουσι δ' ανενοχλήτους τους ενδίδοντας, επροτίμων ως ωφελιμώτερον να φεύγωσι μάλλον παρά να μένωσι.

ΚΓ. Περί δε του Λυκούργου λέγει Ιππίας ο σοφιστής (354), ότι ήτον πολεμικώτατος και αυτός, και πολλάκις ότι εστρατήγησεν. Ο δε Φιλοστέφανος (355) αποδίδωσιν εις τον Λυκούργον και την κατ' ουλαμούς διαίρεσιν των ιππέων, λέγων ότι ο ουλαμός ήτον σύστημα εκ πεντήκοντα ιππέων, εις τετράγωνον σχήμα τεταγμένων. Ο Δημήτριος όμως ο Φαληρεύς (356) διισχυρίζεται ότι ουδεμίαν επεχείρησε πολεμικήν πράξιν, αλλ' ότι εν καιρώ ειρήνης ερρύθμισε την πολιτείαν. Και η επίνοια δε της Ολυμπιακής ανακωχής (357) φαίνεται ότι είναι ανθρώπου πράου την διάθεσιν και ειρηνικού. Αλλά τινές λέγουσιν, ως ο Έρμιππος (358) μνημονεύει, ότι ο Λυκούργος ουδεμίαν είχε κατ' αρχάς συνάφειαν και σχέσιν μετά του Ιφίτου (359), αλλ' ότι κατά τύχην ευρίσκετο εις την Ολυμπίαν μεταξύ των θεατών, ό,τι δ' ήκουσε φωνήν ως ανθρώπου τινός, όστις όπισθέν του τον επέπληττε, και εξίστατο ότι δεν παρεκίνει τους συμπολίτας του να συμμετέχωσι της πανηγύρεως. Επειδή όμως στραφείς δεν είδεν ουδαμού τον ομιλήσαντα, επίστευσεν ότι ήτο φωνή Θεού, και ούτω προσήλθε προς τον Ίφιτον, και επιμεληθείς μετ' αυτού την εορτήν, την κατέστησεν ενδοξοτέραν και μονιμωτέραν.

ΚΔ. Εξετείνετο δ' η ανατροφή μέχρι της ανδρικής ηλικίας, διότι ουδείς είχε την άδειαν να ζη ως ήθελεν αλλ' ήσαν εις την πόλιν ως εις στρατόπεδον, προσδιωρισμένην έχοντες την δίαιταν, και τας κοινάς ασχολήσεις, και εν γένει νομίζοντες ότι δεν ανήκον εις εαυτούς, αλλ' εις την πατρίδα· και όταν δεν είχον διαταγήν άλλο τι να πράξωσιν, επετήρουν τους παίδας, και τοις εδίδασκον χρήσιμόν τι ή εδιδάσκοντο αυτοί υπό των πρεσβυτέρων. Διότι έν ήτο και τούτο από τα καλά και μακάρια όσα επρομήθευσεν ο Λυκούργος εις τους συμπολίτας του, η μακρά άνεσις, καθ' όσον εις τέχνην βάναυσον να επιδοθώσι δεν τοις επέτρεπε, ν' ασχολώνται δε εις την επίπονον και πολύφροντιν σύναξιν χρημάτων δεν είχον ανάγκην, αυτοί οίτινες ουδ' επεθύμουν διόλου ουδ' ετίμων τον πλούτον· ειργάζοντο δε την γην αυτών οι Είλωτες, δίδοντες εισόδημα όσον είπομεν ανωτέρω. Ελθών δέ τις ποτέ εις Αθήνας, όταν ενήργουν τα δικαστήρια, και ακούσας ότι κατεδικάσθη τις δι' αργίαν, και απήρχετο λυπούμενος, και συνοδευόμενος υπό των φίλων του αγανακτούντων μετ' αυτού και θλιβομένων, παρεκάλεσε τους παρευρισκομένους να τω δείξωσι τις ήτον ο τιμωρηθείς διά την ελευθερίαν· τόσον εθεώρουν δουλοπρεπές το ν' ασχολώνται εις τέχνας ή εις χρημάτων κέρδος. Ως δ' ήτον επόμενον, μετά του νομίσματος εξέλειπαν και αι δίκαι, διότι ούτε πλεονεξίαν, ούτε ένδειαν είχον, αλλ' ισότητα ευπορίας, και ζωής ευκολίαν διά την λιτότητα. Είχον δε χορούς, και πανηγύρεις και συμπόσια, και διασκεδάσεις εις κυνήγια και γυμνάσια καθ' όλον τον καιρόν όταν δεν εξεστράτευον.

ΚΕ. Και οι μεν νεώτεροι των τριάκοντα ετών δεν κατέβαινον διόλου εις την αγοράν, αλλ' επρομηθεύοντο τα του οίκου διά των συγγενών και των φίλων των. Και εις τους γεροντοτέρους δ' έφερεν αισχύνην να φαίνωνται συνεχώς εκεί διατρίβοντες, και να μη μένωσι το πλείστον της ημέρας εις τα γυμνάσια και εις τας λεγομένας λέσχας, όπου, συνερχόμενοι, ευγενώς συνανεστρέφοντο, χωρίς ν' αναφέρωσιν υποθέσεις χρηματικάς και αγοραία συμφέροντα. Το περισσότερον δ' αι τοιαύται συνδιαλέξεις περιεστρέφοντο εις έπαινον των καλών ή κατηγορίαν των κακών πράξεων, μετά χαριεντισμών και γέλωτος, ελαφρώς φέροντος εις νουθεσίαν και διόρθωσιν· διότι ουδ' αυτός ο Λυκούργος ήτον καθ' υπερβολήν αυστηρός, και ο Σωσίβιος (360) ιστορεί ότι έστησεν αγαλμάτιον του Γέλωτος, προσθέτων εγκαίρως και τον χαριεντισμόν εις τα συμπόσια και εις τας τοιαύτας συναναστροφάς, ως γλύκυσμα των κόπων και της άλλης διαίτης. Εν γένει δε συνείθιζε τους πολίτας να μη θέλωσιν ουδέ να ηξεύρωσι να ζώσι κατ' ιδίαν, αλλά καθώς αι μέλισσαι, συζώντες πάντοτε εν κοινώ, και τον άρχοντα περιστοιχίζοντες πάντες ομού, να διατελώσι διαρκώς εκτός σχεδόν εαυτών υπ' ενθουσιασμού και φιλοτιμίας, και να είναι όλοι της πατρίδος, ως δυνάμεθα να εννοήσωμεν και έκ τινων ρήσεων την διάνοιαν αυτού. Ο Παιδάρετος (361) φέρ' ειπείν, μη εκλεχθείς είς των τριακοσίων (362), ανεχώρησε λίαν φαιδρός, και χαίρων ότι η πόλις έχει τριακοσίους καλλιτέρους αυτού. Ο δε Πολυκρατίδας, σταλείς μετ' άλλων πρέσβυς προς τους στρατηγούς του Βασιλέως (363), και ερωτηθείς αν έρχηται ιδιωτικώς ή δημοσίως, είπεν «Αν επιτύχωμεν, δημοσίως, αν αποτύχωμεν ιδιωτικώς (364)». Η δε μήτηρ του Βρασίδου (365) Αργιλεωνίς, ηρώτησέ τινας ελθόντας εις Σπάρτην εξ Αμφιπόλεως, και προσελθόντας εις αυτήν, αν ο Βρασίδας απέθανεν ανδρείως και της Σπάρτης αξίως· όταν δ' εκείνοι τον εμεγάλυνον, και έλεγον ότι δεν έχει άλλον τοιούτον η Σπάρτη, «Μη λέγετε τούτο, είπεν, ω ξένοι. Καλός και άξιος ήτον ο Βρασίδας, αλλ' η Σπάρτη έχει πολλούς καλλητέρους αυτού.»

ΚΣΤ. Την δε Γερουσίαν, αυτός, ως είπομεν, πρώτος κατέστησεν, εκ των συμπραξάντων εις την επιχείρησιν. Έπειτα δε, αντί εκάστου αποθνήσκοντος, διέταξε ν' αντικαθίσταται ο κρινόμενος άριστος κατά την αρετήν, έχων δ' ηλικίαν ανωτέραν των εξήκοντα ετών. Και ο αγών ούτος εφάνη ο μέγιστος και ο μάλλον περιμάχητος όλων όσους άνθρωποι αγωνίζονται· διότι έπρεπε να κριθή τις ουχί ταχύτατος μεταξύ των ταχέων, ουδ' ισχυρότατος μεταξύ των ισχυρών, αλλά μεταξύ των αγαθών και σωφρόνων άριστος και σωφρονέστατος, όπως έχη διά βίου, ως άθλον της αρετής του όλην, ούτως ειπείν, την εξουσίαν της πολιτείας, και διαθέτη εις την διάκρισίν του και τον θάνατον και την ατιμίαν, και όλα τα μέγιστα. Εγίνετο δ' η κρίσις κατά τούτον τον τρόπον· Συνήρχετο συνέλευσις του λαού, και άνδρες τινές εκλεγόμενοι εκλείοντο εις πλησιόχωρον οίκημα, ούτως ώστε ούτε να βλέπωσιν ούτε να φαίνονται, αλλά μόνον ν' ακούωσι την κραυγήν των συνεδριαζόντων. Διότι, ως όλα τ' άλλα, ούτω και τούτον τον αγώνα έκρινον διά βοής, όχι όλους ομού τους συναμιλλωμένους, αλλ' ως καθείς κατά κλήρον εισήγετο και διήρχετο την Εκκλησίαν. Έχοντες λοιπόν οι κατάκλειστοι γραμμάτια, εσημείωνον δι' έκαστον το μέγεθος της κραυγής, μη ηξεύροντες ποίον απέβλεπεν, αλλά μόνον ότι ήτον ο πρώτος, ή ο δεύτερος, ή ο τρίτος, ή ο όστις δήποτε εις την τάξιν των εισαγομένων. Ανηγόρευον δ' εκείνον υπέρ ού είχεν εγερθή η περισσοτέρα και μεγίστη κραυγή. Ούτος δε τότε, στέφανον φέρων, περιήρχετο εις τ' αγάλματα των Θεών, και πολλοί νέοι τον ηκολούθουν, ζηλούντες και μεγαλύνοντες τον άνδρα, και πολλαί γυναίκες εγκωμιάζουσαι την αρετήν αυτού δι' ασμάτων, και μακαρίζουσαι τον βίον αυτού. Έκαστος δε των φίλων του τω επρόσφερε δείπνον και τω έλεγε, Διά της τραπέζης ταύτης σε τιμά η πόλις». Αφ' ού δε περιήρχετο ταύτα, απήρχετο εις το συσσίτιον, όπου όλα μεν τα λοιπά εγίνοντο κατά την συνήθειαν· προσεφέρετο δ' εις αυτόν και δευτέρα μερίς, ήν ελάμβανε μεθ' εαυτού και την εφύλαττε· και μετά το δείπνον, όταν παρουσιάζοντο εις τας θύρας του φιδιτίου αι οικείαι αυτού γυναίκες, την έδιδε εις οποίαν προ πάντων ετίμα, λέγων ότι, λαβών αυτός την μερίδα ταύτην εις αρετής βραβείον, τη την δίδει, ώστε και εκείνη μακαριζομένη να προπεμφθή υπό των άλλων γυναικών.

ΚΖ. Άριστα δε διέταξε και τ' αφορώντα τας ταφάς· διότι αφαιρέσας πάσαν δεισιδαιμονίαν, δεν εμπόδισε να θάπτωσι τους νεκρούς εντός της πόλεως, και να έχωσι τα μνήματα πλησίον εις τους ναούς, συνανατρέφων και συνηθίζων τους νέους εις τα τοιαύτα θεάματα, ώστε να μη τους ταράττη ο θάνατος, ουδέ να τον φοβώνται, ουδέ να νομίζωσιν ότι μιαίνεται όστις εγγίση σώμα νεκρόν ή διέλθη διά νεκροταφείου. Έπειτα δε δεν επέτρεψε να θάπτωσι τίποτε μετά του νεκρού, αλλά περιετίλυσσον το σώμα εις ύφασμα ερυθρόν και εις φύλλα ελαίας, και ούτω το έθαπτον. Δεν επετρέπετο δε να επιγράφωσι το όνομα του νεκρού, εκτός αν ήτον ανήρ πεσών εις τον πόλεμον, ή γυνή ιερατεύσασα. Καιρόν δε του πένθους ολίγον προσδιώρισεν, ημέρας ένδεκα· την δε δωδεκάτην έπρεπε να προσφέρωσι θυσίαν εις την Δήμητραν, και να παύσωσι το πένθος. Διότι παρ' αυτώ τίποτε δεν ήτον άσκοπον και τυχαίον, αλλ' εις όλας τας ανάγκας του βίου εμίγνυεν ή προτροπήν τινα προς αρετήν, ή αποτροπήν από της κακίας, και επλήρου την πόλιν διά πλήθους παραδειγμάτων, ά ήσαν ή ηναγκασμένοι ν' απαντώσι πανταχού, και να συνανατρέφωνται μετ' αυτών, και να σχηματίζωνται ούτω προς το καλόν φερόμενοι. Όθεν ουδ' επέτρεψεν εις τους θέλοντας ν' αποδημώσιν από της πόλεως και να πλανώνται, ξενικά συνάγοντες ήθη, και μιμήσεις τρόπων απαιδεύτων, και πολιτευμάτων διαφοράς· αλλ' εμάκρυνε και της πόλεως τους συναθροιζομένους και εισχωρούντας εις αυτήν χωρίς χρησίμου τινος σκοπού, ουχί, ως λέγει ο Θουκυδίδης, διότι εφοβείτο μήπως μιμηθώσι το πολίτευμά των, και μάθωσι τα χρήσιμα προς αρετήν, αλλά μάλλον ίνα μη γίνωσι κακού τινος διδάσκαλοι· διότι μετά των ξένων ανθρώπων επόμενον είναι να εισέρχωνται και λόγοι ξένοι, οι δε νέοι λόγοι επιφέρουσι νέας κρίσεις, εξ ών αναγκαίως πολλά γεννώνται παθήματα, και προαιρέσεις παραφωνίαν αποτελούσαι εις της εγκατεστημένης πολιτείας την αρμονίαν. Διά τούτο ενόμιζεν ότι πρέπει να προφυλάττη την πόλιν όπως μη εισέρχωνται εις αυτήν έξωθεν κακά ήθη μάλλον παρά νοσηρά σώματα.

ΚΗ. Και εις μεν ταύτα λοιπόν ουδέν υπάρχει αδικίας ίχνος ουδέ πλεονεξίας, ήν αποδίδουσί τινες εις του Λυκούργου τους νόμους, λέγοντες ότι καλοί μεν εισίν όπως προάγωσι την ανδρείαν, ουχί όμως και την δικαιοσύνην. Η δε καλουμένη παρά τοις Λακεδαιμονίοις Κρυπτία, αν και αύτη είναι νομοθέτημα του Λυκούργου, ως διηγείται ο Αριστοτέλης, αυτή βεβαίως έδωκε και εις τον Πλάτωνα την κακήν περί του ανδρός και του πολιτεύματος αυτού υπόληψιν. Ήτον δε τοιαύτη· Οι άρχοντες εξαπέστελλον κατ' έτος εις την χώραν άλλοι αλλαχού τους νέους όσοι διεκρίνοντο διά τον νουν των, έχοντας εγχειρίδια, και την αναγκαίαν τροφήν, και τίποτε άλλο· ούτοι δε, την μεν ημέραν διασπειρόμενοι εις χωρία παράμερα, εκρύπτοντο και ανεπαύοντο· την δε νύκτα, καταβαίνοντες εις τας οδούς έσφαζον πάντα Είλωτα όν συνελάμβανον. Πολλάκις δε, περιερχόμενοι και τους αγρούς, εφόνευον τους ρωμαλεωτέρους αυτών και τους ισχυροτέρους· καθώς ο Θουκυδίδης εις τα Πελοποννησιακά αυτού ιστορεί (366), ότι οι διά την ανδρείαν των διακριθέντες υπό των Σπαρτιατών, εστεφανώθησαν μεν, ως ελευθερωθέντες, και περιήλθον τα των Θεών ιερά, αλλά μετ' ολίγον όλοι έγιναν άφαντοι, όντες περισσότεροι των δισχιλίων, ώστε ούτε τότε ούτε έπειτα εδυνήθη τις να ειπή κατά τίνα τρόπον εχάθησαν. Ο Αριστοτέλης μάλιστα λέγει ότι όταν οι έφοροι κατ' αρχάς αναλαμβάνωσι την εξουσίαν, κηρύττουσι πάντοτε πόλεμον κατά των Ειλώτων, ώστε να μη είναι ανόσιον το να τους φονεύωσι. Και κατά τ' άλλα δ' εφέροντο τραχέως και σκληρώς προς αυτούς· ούτω τους ηνάγκαζον να πίνωσι πολύν άκρατον οίνον, και τους έφερον τότε εις τα συσσίτια, διά να δεικνύωσιν εις τους νέους τι είναι η μέθη. Και ωδάς δε τους διέταττον να ψάλλωσι, και χορούς να χορεύωσιν αγενείς και γελοίους, και ουχί τους των ελευθέρων. Διό και λέγεται ότι ύστερον, κατά την εκστρατείαν των Θηβαίων εις την Λακωνικήν (367), οι αιχμαλωτιζόμενοι Είλωτες, διαταττόμενοι να ψάλλωσι τα άσματα του Τερπάνδρου (368), του Αλκμάνος (369), και Σπένδοντος του Λάκωνος (370), απεποιούντο, λέγοντες ότι δεν θέλουσι τα αυθεντικά (371). Ώστε οι διατεινόμενοι ότι εις την Λακεδαίμονα ο ελεύθερος είναι υπέρ παν άλλο μέρος ελεύθερος, και ο δούλος υπέρ παν άλλο μέρος δούλος, δεν ώρισαν κακώς την διαφοράν. Νομίζω όμως ότι αι τοιαύται σκληρότητες ύστερον προσετέθησαν υπό των Σπαρτιατών, μάλιστα μετά τον μέγαν σεισμόν (372), ότε λέγουσιν ότι οι Είλωτες επετέθησαν κατ' αυτών ομού μετά των Μεσσηνίων, και πολλά την χώραν εκακοποίησαν, και η πόλις περιήλθεν εις μέγιστον κίνδυνον. Διότι, το κατ' εμέ, δεν δύναμαι ν' αποδώσω εις τον Λυκούργον την Κρυπτείαν, το μιαρόν τούτο έργον, εκ της λοιπής αυτού πραότητος και δικαιοσύνης συμπεραίνων τον τρόπον του, όν και ο Θεός εβεβαίωσεν.

ΚΘ. Αφ' ού δε ήδη διά της συνηθείας εστερεώθησαν αι κυριώτεραι των διατάξεων αυτού, και η πολιτεία του ικανώς ετράφη, και εδύνατο ήδη μόνη της να σώζηται και να συντηρήται, καθώς ο Πλάτων λέγει περί του κόσμου, ότι όταν επλάσθη και εκινήθη την πρώτην κίνησιν, ο Θεός ηυφράνθη, ούτω χαίρων και αυτός και ευχαριστηθείς διά το κάλλος και το μέγεθος της νομοθεσίας του όταν εφηρμόσθη και επρόκοπτε βαδίζουσα, επεθύμησε, καθ' όσον κατορθωτόν εις ανθρωπίνην πρόνοιαν, ν' αφήση αυτήν αθάνατον και αμετακίνητον εις το μέλλον. Συναθροίσας λοιπόν όλους εις συνέλευσιν, τοις είπεν ότι τα μεν άλλα καλώς οπωσούν έχουσι, και αρκούσιν όπως φέρωσιν εις την πόλιν αρετήν και ευδαιμονίαν αλλά το κυριώτατον και το μέγιστον ότι δεν δύναται να τοις γνωστοποιήση, πριν ή ερωτήση τον χρησμόν^ ότι δ' εκείνοι πρέπει να εμμένωσιν εις τους τεθέντας νόμους, και να μη τους μεταβάλωσι κατ' ουδέν έως ού εκείνος επιστρέψη εκ των Δελφών, διότι, όταν έλθη, θέλει πράξει ό,τι ο Θεός θέλει. Εις ταύτα όλοι συγκατετέθησαν, και τω είπον ν' απέλθη. Λαβών δε όρκους παρά των βασιλέων και των γερόντων, έπειτα και παρά των λοιπών πολιτών, ότι θέλουσιν επιμείνει εις το παρόν πολίτευμα και εφαρμόζει αυτό έως ού επανέλθη ο Λυκούργος, ανεχώρησεν εις τους Δελφούς. Ελθών δ' εις το μαντείον, και θυσιάσας εις τον Θεόν, ηρώτησεν αν είναι καλοί οι νόμοι του, και ικανοί να παράσχωσιν ευτυχίαν και αρετήν εις την πόλιν. Λαβών δ' απόκρισιν παρά του Θεού, ότι και οι νόμοι καλοί ήσαν, και η πόλις θέλει μείνει ενδοξοτάτη, αν εφαρμόζη το πολίτευμα του Λυκούργου, την μεν μαντείαν έγραψε και έπεμψεν εις την Σπάρτην· αυτός δε, αφ' ού πάλιν προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν, και απεχαιρέτισε τους φίλους και τον υιόν του, απεφάσισε να μη λύση πλέον τους συμπολίτας του από του όρκου αυτών, αλλά ν' αποθάνη εκεί εκουσίως, ων ήδη εις την ηλικίαν εκείνην, καθ' ήν πάρωρον δεν είναι και να ζη τις έτι, αλλ' ουδέ να θέλη να εγκαταλείψη την ζωήν, ικανής νομίζων ευδαμονίας ότι απήλαυσεν. Απέθανε λοιπόν εκουσίως εξ ασιτίας, νομίζων ότι πρέπει των πολιτικών ανδρών ουδ' ο θάνατος να είναι ανωφελής εις την πολιτείαν, ουδέ μάταιον το τέλος του βίου, αλλά και αυτό να έχη αρετής και χρησίμου πράξεως χαρακτήρα· και ότι αφ' ού έπραξεν αυτός τα κάλλιστα, έπρεπε και το τέλος του να είναι αληθώς κορύφωσις της ευδαιμονίας, και ν' αφήση τον θάνατόν του φύλακα των καλών και των αγαθών όσα επρομήθευσεν εις τους συμπολίτας του, οίτινες ώμωσαν να πολιτεύωνται κατά τους νόμους του μέχρις ού επανέλθη εκείνος. Και δεν ηπατήθη εις τας σκέψεις του· τοσούτον διέπρεψεν η πόλις εις όλην την Ελλάδα κατ' ευνομίαν και δόξαν, επί πεντακόσια έτη εφαρμόζουσα του Λυκούργου τους νόμους, ούς ουδείς κατ' ελάχιστον μετέβαλεν εκ των δεκατεσσάρων βασιλέων οίτινες ήρξαν από της εποχής εκείνου μέχρις Άγιδος του υιού Αρχιδάμου· διότι η διάταξις των Εβόρων δεν ήτον χαλάρωσις, αλλ' επίτασις μάλιστα του πολιτεύματος, και εν ώ εφαίνετο ότι έγινεν υπό του δήμου, κατέστησεν εξ εναντίας σφοδροτέραν την αριστοκρατίαν·

Λ. Επί δε της βασιλείας του Άγιδος εισεχώρησε κατά πρώτον το νόμισμα εις την Σπάρτην, και μετά του νομίσματος η πλεονεξία και η επιθυμία του πλούτου, εξ αιτίας του Λυσάνδρου· και αυτός μεν ήτον χρημάτων ανώτερος, αλλά την πατρίδα του ενέπλησε τρυφής και φιλοπλουτίας, εισαγαγών εκ του πολέμου χρυσόν και άργυρον, και καταργών του Λυκούργου τους νόμους· εν ώ καθ' όσον επεκράτουν εκείνοι πρότερον, η Σπάρτη έχουσα όχι πολίτευμα πόλεως, αλλά μάλλον βίον ανδρός ασκητού και σοφού, ή, ως οι ποιηταί μυθολογούσι τον Ηρακλέα δέρμα και ξύλον έχοντα, και περιερχόμενον την οικουμένην, και τιμωρούντα τους παρανόμους και θηριώδεις τυράννους, ούτως η πόλις σκυτάλην μόνον και τρίβωνα έχουσα, και εξουσιάζουσα επί της Ελλάδος δεχομένης την αρχήν της προθύμως, κατέστρεψε τας αδίκους δυναστείας και τας τυραννίας εις τα πολιτεύματα, και τους πολέμους εδίκαζε, και τας στάσεις κατέπαυε, πολλάκις ουδ' ασπίδα κινήσασα μίαν, αλλ' ένα μόνον πέμψασα πρέσβυν, ού πάντες εξεπλήρουν την προσταγήν, καθώς αι μέλισσαι, όταν φανή ο ηγεμών αυτών, συντρέχουσι πέριξ του και κατατάττονται ευπρεπώς. Τόσον ίσχυσεν η πόλις διά την ευνομίαν και την δικαιοσύνην αυτής. Ώστε απορώ πώς τινες λέγουσιν ότι οι Λακεδαιμόνιοι ήξευρον να κυβερνώνται, όχι όμως και να κυβερνώσι, και πως επαινούσι τον λόγον του Βασιλέως Θεοπόμπου (373), όστις είς τινα ειπόντα ότι την Σπάρτην έσωζε το ότι οι Βασιλείς αυτής ήξευρον να άρχωσι, «μάλλον, είπεν, ότι οι πολίται αυτής ήξευρον να υπακούωσι», διότι δεν υπακούουσιν ευκόλως εις τους μη ηξεύροντας να τους διοικώσιν. Αλλ' η ευπείθεια είναι μάθημα του άρχοντος· διότι, όστις καλώς οδηγεί, εκείνος διδάσκει καλώς να τον ακολουθώσι. Και καθώς της ιππικής τέχνης αποτέλεσμα είναι να καθιστά τον ίππον πράον και πειθήνιον, ούτω και της βασιλικής επιστήμης έργον να επιβάλλη την επακοήν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι επέβαλλον ουχί ευπείθειαν εις τους άλλους, αλλ' επιθυμίαν του να κυβερνώνται υπ' αυτών και να τοις υπακούωσι· διότι δεν απήτουν παρ' αυτών ούτε πλοία ούτε χρήματα (374), ουδ' έστελλον προς αυτούς οπλίτας, αλλ' ένα διοικητήν Σπαρτιάτην· και τούτον λαβόντες οι διοικούμενοι, ετίμων αυτόν και τον εφοβούντο, καθώς τον Γύλιππον οι Σικελιώται, και τον Βρασίδαν οι Χαλκιδείς, και τον Λύσανδρον, και τον Καλλικρατίδαν (375) και τον Αγησίλαον όλοι οι την Ασίαν κατοικούντες· και τους μεν άνδρας τούτους ωνόμαζον αρμοστάς και σωφρονιστάς των διαφόρων λαών και αρχόντων, προς δε την πόλιν εν γένει των Σπαρτιατών απέβλεπον ως προς παιδαγωγόν ή διδάσκαλον κοσμίου βίου και πολιτείας ευτάκτου. Τούτο φαίνεται θέλων να ειρωνευθή ο Στρατόνικος (376) αστειευόμενος νομοθετεί και διατάττει οι μεν Αθηναίοι να τελώσι μυστήρια και πομπάς, οι δ' Ηλείοι να προεδρεύωσιν αγώνων, διότι εισίν άριστοι αγωνοθέται, οι δε Λακεδαιμόνιοι, αν αυτοί σφάλλωσι, να δέρωνται. Και τούτο μεν έλεγε προς γέλωτα. Ο δ' Αντισθένης ο Σωκρατικός (377), βλέπων τους Θηβαίους κομπάζοντας διά την εν Λεύκτροις μάχην, είπεν ότι ομοιάζουσι παιδάρια καυχώμενα διότι έδειραν τον παιδαγωγόν των.

ΛΑ. Τούτο όμως δεν ήτον βεβαίως ο κύριος του Λυκούργου σκοπός, το ν' αφήση την πόλιν άλλων πολλών ηγεμόνα. Αλλά καθώς εις του ανθρώπου τον βίον, ούτω και εις της πόλεως ολοκλήρου, νομίζων ότι η ευδαιμονία προέρχεται εκ της αρετής και εκ της εσωτερικής ομονοίας, συνέταξε την πόλιν και την συνηρμολόγησεν ούτως, ώστε οι πολίται, ελεύθεροι γινόμενοι και αυτάρκεις, να πολιτεύωνται σωφρόνως εφ' όσον το δυνατόν περισσότερον καιρόν. Τούτο και ο Πλάτων έλαβεν ως βάσιν του πολιτεύματος του, και ο Διογένης (378)· και ο Ζήνων (379) και πάντες όσοι επιχειρήσαντες περί τούτων να ομιλήσωσιν επαινούνται, ει και μόνον γράμματα και λόγους αφήσαντες. Ο δε Λυκούργος, ουχί γράμματα και λόγους, αλλ' έφερεν εμπράκτως εις φως αμίμητον πολιτείαν, και εις τους νομίζοντας ότι ανύπαρκτος είναι η φημιζομένη σοφία αυτού, επέδειξεν ολόκληρον πόλιν φιλοσοφούσαν, υπερτερήσας κατά την δόξαν πάντας τους εις τα πολιτικά αναμιγέντας Έλληνας. Διό και ο Αριστοτέλης λέγει ότι τω απεδόθησαν εν Λακεδαίμονι τιμαί ολιγώτεραι των όσαι τω ωφείλοντο, αν και έλαβε τας μεγίστας· διότι και ιερόν ιδρύθη εις αυτόν, και θυσίαι κατ' έτος τω προσεφέροντο ως εις Θεόν. Λέγεται δ' ότι και τα λείψανα αυτού εκομίσθησαν εις την πατρίδα του, και ότι κεραυνός έπεσεν εις τον τάφον του, όπερ σπανίως συνέβη εις άλλους των επισήμων, πλην του Ευριπίδου μεταγενεστέρως, όστις αποθανών ετάφη περί την Αρέθουσαν, πόλιν της Μακεδονίας. Ώστε επιχείρημα και μαρτυρία μεγάλη είναι αύτη παρά τοις αγαπώσι τον Ευριπίδην, ότι εις μόνον αυτόν συνέπεσε και έγινε μετά θάνατον ό,τι είχε συμπέσει πριν εις τον θεοφιλέστατον και οσιώτατον των ανθρώπων. Λέγουσι δ' άλλοι μεν ότι απέθανεν ο Λυκούργος εις την Κίρραν (380)· ο δ' Απολλόθεμις (381) ότι μετεκομίσθη εις Ήλιν ο δε Τίμαιος (382) και ο Αριστόξενος (383), ότ' έζησε μέχρι του τέλους του εις την Κρήτην, και ο Αριστόξενος λέγει ότι οι Κρήτες δεικνύουσι τάφον αυτού περί την Περγαμίαν (384), κατά την ξενικήν οδόν, λέγεται δ' ότι αφήκε μονογενή υιόν, Αντίωρον καλούμενον, και ότι αυτός απέθανεν άτεκνος και το γένος εξέλιπεν. Οι δε φίλοι και οικείοι του συνέστησαν διαδοχικήν εταιρίαν, διαμείνασαν χρόνους πολλούς, και τας ημέρας καθ' άς συνήρχοντο ωνόμασαν Λυκουργίδας. Αριστοκράτης (385) δ' ο υιός του Ιππάρχου λέγει ότι οι φιλοξενήσαντες τον Λυκούργον εις την Κρήτην, όταν απέθανεν, έκαυσαν το σώμα του και διέσπειραν την τέφραν του εις την θάλασσαν, κατά παράκλησιν αυτού, θελήσαντος ν' αποφύγη μη μετακομισθώσι ποτέ τα λείψανά του εις Λακεδαίμονα, και οι Λακεδαιμόνιοι, θεωρούντες αυτόν ως επιστρέψαντα, και λελυμένους τους όρκους των, μη μεταβάλωσι την πολιτείαν.
Ταύτα λοιπόν περί του Λυκούργου.

Project Gutenberg's Plutarch's Parallel lives - Volume 1, by Plutarch This eBook is for the use of anyone anywhere at no cost and with almost no restrictions whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms of the Project Gutenberg License included with this eBook or online at www.gutenberg.org Title: Plutarch's Parallel lives - Volume 1 Theseus - Romulus, Lycurugus - Numa Author: Plutarch Translator: Alexandros Rangavis Release Date: April 1, 2013 [EBook #42454] Language: Greek Character set encoding: UTF-8 *** START OF THIS PROJECT GUTENBERG EBOOK PLUTARCH'S PARALLEL LIVES *** Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for his major work in proofreading.