31 Οκτωβρίου 2010

Ταίναρον, είσοδος του αρχαίου Άδου.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΡΩΜΑΙΟΣ: ΤΟ ΑΘΑΝΑΤΟ ΝΕΡΟ

ΤΑΙΝΑΡΟΝ, ΕΙΣΟΔΟΣ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΑΔΟΥ
Μια νεοελληνική παράδοση από τή Μάνη περιγράφει τή μυθολογία μιας σπηλιάς πού βρίσκεται στην άκρη του ακρωτηρίου Ταίναρο. Το σχετικό κείμενο έχει ώς έξης : «Σε μια σπηλιά πού είναι στον Κάβο-Ματαπά, κατεβαίνει πολλές φορές ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος και βγάζει τις ψυχές πού τους συχώρεσε ο Θεός τις αμαρτίες τους. Άλλοι πάλι λένε πώς σ' αυτή τή σπηλιά μένουν βρικόλακες και πώς ο Μιχαήλ ο Αρχάγγελος, όταν παρακαλεστούν σ' αυτόν οι άνθρωποι, πηγαίνει και τους ρίχνει από εκεί στά Τάρταρα, για να γλυτώση τον κόσμο».
Ή παράδοση αύτη είναι δημοσιευμένη άπό τον Ν. Πολίτη, στίς «Παραδόσεις» τόμ. Α', με αριθμό 989 και με τίτλο «Ό Μιχαήλ δ "Αρχάγγελος, Μάνη». Γίνεται φανερό από τον αριθμό, ότι ή παράδοση βρίσκεται στο δεύτερο εκείνο μέρος του βιβλίου του πού έχει μείνει έως και σήμερα δίχως σχόλια. Δεν μας είναι όμως δύσκολο να προχωρήσουμε, έστω και χωρίς βοηθήματα.
Πρώτα-πρώτα, το κείμενο μας βεβαιώνει ότι στην άκρη στο Ταίναρο υπάρχει μια σπηλιά πού οδηγεί βαθειά στή γη. Και δεύτερο, ότι άπό εκεί ό Μιχαήλ ό Αρχάγγελος ανεβοκατεβαίνει μέσα στά έγκατα της γης και φέρνει επάνω ψυχές πού ήταν αμαρτωλές και συχωρέθηκαν, ή ρίχνει εκεί ψυχές βαρειά κολασμένες, όπως είναι οι ψυχές τών βιαιοθανάτων πού ζητούν εκδίκηση ή και γενικά, όπως παρουσιάζονται οί βρικόλακες.
Ό ρόλος του Αρχάγγελου περιγράφεται καθαρά σάν ρόλος «ψυχοπομπού θεού», όπως αντίστοιχος στην αρχαιότητα ήταν ό ρόλος του Ερμού. Ή ομοιότητα όμως αυτή παίρνει ακόμη περισσότερο βάθος και νόημα, όταν λάβουμε ύπ' όψη ότι εκεί στην άκρη του Ταινάρου και οί αρχαίοι Έλληνες είχαν τοποθετήσει τήν είσοδο του Άδου. 'Από εκεί γινόταν ή «άνοδος» και ή «κάθοδος» στο σκοτεινό βασίλειο του Πλούτωνος. 'Από εκεί, σύμφωνα μέ αρχαία παραλλαγή, κατέβηκε στον Άδη ο Ηρακλής, όταν είχε διαταχθή άπό τον επίμονο και σκληρόκαρδο Ευρυσθέα νά πάη και νά του φέρη δεμένο τον Κέρβερο, τον ακοίμητο και φοβερό σκύλο του Κάτω Κόσμου. Πήγε ό Ηρακλής στο Ταίναρο, κατέβηκε βαθειά στό δρόμο πού οδηγούσε στά Τάρταρα, πάλεψε σκληρά μέ τόν Κέρβερο, τον νίκησε, και τον έφερε στον Ευρυσθέα. Τρομαγμένος όσο ποτέ στή ζωή του ό Ευρυσθέας, κρύφτηκε μέσα σ' ένα μεγάλο πιθάρι. Και έγινε ή σκηνή εκείνη θέμα μιας σωζόμενης αρχαίας αγγειογραφίας. Ή νέα προσταγή του στον Ηρακλή ήταν νά πάρη αυτός ξανά στους ώμους του το νικημένο αντίπαλο και νά τόν ξαναπάη κάτω στον Άδη. Δεύτερη λοιπόν επίσκεψη του Ηρακλή στό Ταίναρο, δεύτερη ίσως κατάβαση κάτω στον Άδη, και επιστροφή κατόπι.
Άλλα, σύμφωνα μέ μιαν άλλη αρχαία μαρτυρία, από τήν ίδια είσοδο κατέβηκε στον Άδη και ό πικραμένος Όρφέας. Ήταν ό καιρός πού είχε χάσει την αγαπημένη Ευρυδίκη του. Απαρηγόρητος, έφθασε κάποτε στό Ταίναρο και επιχείρησε νά κατέβη στον Άδη. Είχε μαζί του τήν αλάθητη λύρα, και όπλο του σπουδαίο το θεϊκό τραγούδι του, αυτό πού και πέτρες ράγιζε καί τ' άγρια θηρία τά έκανε νά ζυγώνουν ήμερα καί γαλήνια. Ήταν τόσος ό ανθρώπινος πόνος, πού εκφραζόταν μέ το μοιρολόγι του Ορφέα, ώστε καί αυτοί οί ανελέητοι Θεοί του Κάτω Κόσμου συγκινήθηκαν. Δέχθηκαν μάλιστα τήν ικεσία του Όρφέα, νά ξαναπάρη συντροφιά της ζωής του τήν Ευρυδίκη. Έβαλαν όμως έναν αμετακίνητο όρο, τόν ακόλουθο : Εκείνος θά φύγη πρώτος γιά τον 'Απάνω Κόσμο, καί πίσω θά τόν ακολουθήσουν ή Ευρυδίκη και ό εκτελεστής του όρου Έρμής. Καί ό όρος έλεγε ότι ό Όρφέας, ώσπου νά φθάσουν έξω στή γή καί στό φώς του ήλιου, οφείλει νά μή γυρίση νά κοιτάξη προς τά πίσω. Νά μή γυρίση σέ καμιά περίπτωση, γιατί αλλιώς θά ίδή βέβαια γιά μιά στιγμή τήν αγαπημένη του, αλλά νά το ξέρη, δέν θά τήν ξαναϊδή ποτέ πιά. Καί, αν αυτόν τόν απλό όρο τόν παραβή, νά το ξέρη άπό τώρα, ότι κανένας δέν θά του έχη φταίξει παρά μόνο ό εαυτός του καί ή απερίσκεπτη ανυπομονησία του.
Ξεκίνησε γιά επάνω καί γιά τό φώς του ήλιου ή περίεργη τριάδα, ό πικραμένος, ή πεθαμένη και ξωπίσω ό ψυχοπομπός. Άλλα ό ανυπόμονος έγινε καί απερίσκεπτος. Δέν άντεξε πιά, καί σέ κάποια στιγμή γύρισε πίσω νά ιδή καί νά βεβαιωθή. Ακολούθησε μιά τραγική διαβεβαίωση. Ή σκηνή αυτή ήταν αδύνατο νά μή γίνη ειδικό θέμα στην αρχαία τέχνη. Ή παράσταση παρουσιάζεται ώς έξης : Πρώτος ό Όρφέας έχει μόλις γυρίσει καί κοιτάζει προς τά πίσω. Έρχεται έπειτα ή Ευρυδίκη. Ακολουθεί μελαγχολική καί όμορφη, διπλωμένη μέσα στους πέπλους της. Και πίσω έρχεται ό ψυχοπομπός Έρμης, πού κι' αυτός φαίνεται περίλυπος, γιατί δέν έχει καμιά διάθεση να κάμη αμέσως τότε αυτό πού όφειλε να κάμη. Να πάρη δηλαδή τήν Ευρυδίκη και νά τήν ξαναφέρη κάτω στο σκοτεινό βασίλειο του Πλούτωνα. Συνέχισε ό Όρφέας τήν άνοδο του. Και ίσως ποτέ δέν θά έζησε τόσο έντονες στιγμές πόνου, όσο τήν ώρα πού ξανάβλεπε το φώς του ήλιου, εκεί γύρω στους βράχους και τ' ακρογιάλια του Ταινάρου.
Πέρασαν αιώνες από εκείνους τους καιρούς. Πέρασαν ολόκληρες χιλιετηρίδες. Και όμως, όπως δέν άλλαξαν οί βράχοι του Ταινάρου καί τά βουνά της Μάνης, όμοια θαρρείς ότι δέν άλλαξε και το αρχαίο παραμύθι. Ή ουσία του έμεινε «περίπου» ή ίδια.
Μόνο ή επιφάνεια τών πραγμάτων άλλαξε χρώμα, παίρνοντας το χρώμα της χριστιανικής εποχής. Έτσι τώρα, αντί νά είναι εκεί ο φτερωτός Έρμης, ό αρχαίος ψυχοπομπός, σήμερα βρίσκεται ο «Μιχαήλ ό Αρχάγγελος», ό φανταστικός χριστιανικός ψυχοπομπός. Όπως όμως έκανε και εκείνος, όμοια καί αυτός τώρα λέγεται ότι άλλοτε ανεβάζει ψυχές από τόν Αδη, όπως ανέβαζε ό αρχαίος τήν Ευρυδίκη, και άλλοτε κατεβάζει κάτω στά σκοτεινά Τάρταρα τις ψυχές τών τιμωρημένων.
Αξίζει νά σημειώσω ιδιαίτερα μιά πληροφορία, τήν επόμενη : «Εκεί κοντά στην άκρη στο Ταίναρο υπάρχει σήμερα μιά σπηλιά και μαζί μιά μικρή έκκλησούλα, πού είναι αφιερωμένη στους «Αγίους Ασωμάτους»». Άγιοι Ασώματοι όμως είναι ό Γαβριήλ και ό Μιχαήλ, οι δύο Αρχάγγελοι. Γίνεται έτσι φανερό ότι μιά τριάδα μαρτυριών συγκεντρώνεται στο σημείο εκείνο. Πρώτη είναι ή ελληνική θρησκεία, πού τοποθετεί σέ σπήλαιο του Ταινάρου τήν είσοδο του Αδη, παρ' όλο πού αρχαιολογικές έρευνες δέν έχουν καθορίσει σέ ποιο ακριβώς σημείο ήταν ή είσοδος και ή λατρεία. Δεύτερος είναι ό νέο-ελληνικός θρύλος τών κατοίκων της Μάνης, πού ορίζει ότι στον ίδιο τόπο βρίσκεται καί σήμερα ή είσοδος γιά τόν Κάτω Κόσμο. Καί τρίτη είναι ή χριστιανική λατρεία, πού εντοπίζει σέ μιά σπηλιά του ίδιου ακρωτηρίου τή λατρεία καί τήν εκκλησία του χριστιανικού ψυχοπομπού. Άπό εκείνη τήν εκκλησιά καί τή σπηλιά αρχίζει ή λατρευτική δικαιοδοσία καί το βασίλειο του «Μιχαήλ Αρχάγγελου». Μόνος αυτός μπορεί νά μπαίνη καί νά βγαίνη ελεύθερος στον μαύρο Αδη, ελεύθερος καί κυρίαρχος πάνω στις ψυχές. Ιδού ή μικρή εκκλησία του στή σπηλιά. Οί ζωντανοί λοιπόν ας το έχουν ύπ' όψη τους καί ας φροντίζουν νά τόν εξευμενίζουν λατρευτικά. Κάποτε μπορεί νά περάσουν άπό τήν ίδια είσοδο, είτε οί ίδιοι, είτε οί νεκροί συγγενείς τους. Καί έχει μεγάλη σημασία, έναν τέτοιο πανίσχυρο ψυχοπομπό, κληρονόμο μιας τοπικής παράδοσης χιλιετήρίδων, νά τόν συνάντησης «ίλεον» καί σπλαχνικόν μαζί σου.
Είναι γνωστή ή μαρτυρία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, σύμφωνα μέ τήν οποία «οί άπό του κάστρου Μαΐνης οικήτορες» προσηλυτίσθηκαν βιαίως στο Χριστιανισμό πολύ αργά, τόν 10 αιώνα, στά χρόνια της βασιλείας του πάπου του Βασιλείου Α' του «Μακεδόνος». Έως τότε οι κάτοικοι της τραχείας Μάνης ήσαν έλληνες, διατηρώντας ως θρησκεία τους τήν ελληνική. Βέβαια δέν μπορεί κανείς νά καθορίση, μέ ακρίβεια σήμερα,τήν αλήθεια τής πληροφορίας του Πορφυρογέννητου. Ένα όμως φαίνεται σίγουρο, σχετικά μέ τήν προκειμένη περίπτωση : Ότι στή Μάνη, κάτω άπό τέτοιες συνθήκες, ήταν πολύ εύκολο και πολύ φυσικό να διατηρηθούν οί αρχαίες ελληνικές δοξασίες. Και δεύτερο, ότι μιά χριστιανική εκκλησιά ειδικά τών Αγίων Ασωμάτων, κτισμένη σέ μιά σπηλιά του Κάβου Ματαπά, αποτελεί μιά πρόσθετη απόδειξη ότι ή λατρεία τών αρχαίων στο Ταίναρο ποτέ δέν έσβησε άπό τή μνήμη του λαού τής περιοχής εκείνης.
Ιδού λοιπόν ένας απομονωμένος ακραίος ελληνικός τόπος, πού κρατάει ζωντανή τή μνήμη τριών χιλιετηρίδων. Καί δέν τήν κράτησε μέ αρχαίους ναούς καί μέ αγάλματα αφού αυτά οι χριστιανοι τα κατέστρεψαν, αλλά μέ κάτι πιο ιδιότυπο καί ίσως σπουδαιότερο. Τήν κράτησε ζωντανή μέσα στην ψυχή τών κατοίκων του και στή λατρεία τους. Στην ψυχή τους, μέ ένα θρύλο αρχαίας καταγωγής. Καί στή λατρεία τους, μέ μιαν χριστιανική έκκλησία πού δέν έπαψε ποτέ νά λειτουργιέται. Πίσω άπό το εικόνισμα του Μιχαήλ Αρχάγγελου βλέπω τόν Έρμη και τόν Πλούτωνα. Καί πίσω άπ' όλους αυτούς, μέ συγκίνηση βλέπω όρθιον τόν Ελληνισμό τών χιλιετηρίδων.

Φωτό ομαδα Πυθέας
Πηγή