9 Φεβρουαρίου 2009

Ιστορικά συμπεράσματα


Το κοινό των Ελευθερολακώνων αποτέλεσε μια ουσιαστική ανάπτυξη στην περιοχή της Λακωνίας. Αναπτύσσονται 24 πόλεις από τις οποίες απέμειναν 18 που καλύπτουν γεωγραφικά όλα τα παράλια του Λακωνικού αλλά και την ανατολική πλευρά του Μεσσηνιακου και φθάνουν μέχρι τον Ταύγετο
Ακριαί. Αλαγονία, Ασωπός, Βοιαί, Βρασιαί, Γερήνια, Γερονθαί, Γύθειον, Επίδαυρος Λιμηρά, Καινήπολις(Ταίναρος), Λάς, Λευκτρα, Μαριός, Οίτυλο, Πύρριχος, Ταυθρώνη, Χαραξ.
Ιδρύθηκε επί τυραννίας Νάβιδος (206-192 π.χ), σαν Κοινό Λακεδαιμονίων.
Μετονομάσθηκε σε Κοινό Ελευθερολακώνων (146π.χ) επί Αυγούστου.
Διαλύθηκε (297μ.χ.) επί Διοκλητιανού.
Στην παρακμή τους οδήγησε η επιδρομή των Γότθων του Αλάριχου (395μ.χ) με συνέπεια την καταστροφή της Σπάρτης και του Γυθείου.
Η καταστροφή του Γυθείου ολοκληρώθηκε με τον καταστροφικό σεισμό 375μ.χ, πιθανόν να υπήρξαν και άλλες καταστροφές στην περιοχή,στην τοπική παράδοση αναφέρεται και η καταβύθιση της Λας.
Η επιδρομή των Βανδάλων στην συνέχεια με αρχηγό τον Γιζέριχο.(457-474π.χ ), εναντίον της Καινήπολης.
Φυσικό επακόλουθο οι εναπομείναντες από την καταστροφή πληθυσμοί να στραφούν στους αδελφούς Λάκωνες του κοινού που παρέμεναν .
Έτσι δημιουργήθηκαν δύο βασικά φύλλα που θα απασχολήσουν αργότερα την αυτοκρατορία οι Έζερίτες και οι Μελιγγοί. Οι ονομασίες περιγράφουν τα χαρακτηριστικά των περιοχών που εξαπλώθηκαν.
Εζερίτες στην ευρύτερη περιοχή μετά το Γύθειο στο ακρωτήριο Μαλέας, λόγω του ελώδους της τοποθεσίας, και οι Μελιγγοί στις πλαγιές του Ταυγέτου (Μήλιγξ=Μηλίγγι=παρειά=Μάγουλο)
Οι Βάνδαλοι αντιμετωπίστηκαν ουσιαστικά και αποχώρησαν με μεγάλες απώλειες. Τα αποτελέσματα όμως ήταν καθοριστικά για την εξέλιξη της περιοχής. Πρώτον δέχτηκαν ισχυρό πλήγμα, και δεύτερον ξεκίνησαν σχέσεις (συμμαχικές) με την Βυζαντινή αυτοκρατορία.
Το γεγονός αυτό επισημοποιείται με την επίσκεψη του Βελισάριου στο Ταίναρο όπως μας παραδίδει ο Σταυράκιος(532μ.χ).
Οι σχέσεις περιορίζονται όμως μόνο στην περιοχή της σημερινής Μέσα Μάνης, και ίσως φτάνουν μέχρι τα όρια της περιοχής του Πασσαβά, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τα πρωτοχριστιανικά μνημεία της περιοχής. Τότε ξεκινά και ο εκχριστιανισμός της περιοχής, που επικυρώνεται με την ίδρυση της «επισκοπής Μαίνης» όπως αναφέρεται από τον Λέοντα το Σοφό(866-912μ.χ) για πρώτη φορά.
Η αναφορά μας οδηγεί να συμπεράνουμε σε σχέση με την προέλευση της ονομασίας ότι αναφέρεται σε συγκεκριμένο μέρος που ιδρύθηκε η επισκοπή.
Αντιθέτως αργότερα ο Πορφυρογέννητος(912-959 μ.Χ.) στην αναφορά του «Κάστρο Μαίνης» και με μόνη ίσως πηγή την προηγούμενη γενικεύει την ονομασία σε ευρύτερη περιοχή, και πολύ αργότερα το όνομα«Μεγάλη Μαίνη» περιλαμβάνεται όλη η περιοχή.
Παραμένει όμως εκτός το υπόλοιπο κομμάτι της Λακωνίας που είναι και το ευπορότερο και πλουσιότερο, και του οποίου οι κάτοικοι συνεχίζουν να υπάρχουν σύμφωνα με τα παλαιότερα δεδομένα και δεν υπόκεινται σε καμιά συμμαχία.
Αποτελεί όπως είναι φυσικό στρατηγική γεωγραφικά τοποθεσία, διότι τροφοδοτούμενη από θαλάσσης αποτελεί είσοδο για τον έλεγχο των βορειότερων περιοχών της Πελοποννήσου.
Είναι σημαντικό όμως για τους Βυζαντινούς και βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιο που περιλαμβάνει δύο άξονες.
Ο πρώτος είναι η αλλοίωση του πληθυσμού (επιχειρείται εγκατάσταση άλλων φύλλων στην περιοχή), και ο δεύτερος ένοπλη επέμβαση.
Αυτή γίνεται την εποχή του Βασιλείου του Α΄ (811-829 μ.χ) και εξολοθρεύονται οι Εζερίτες και οι Μελιγγοί.
Τα παραπάνω αναφέρει ο Πορφυρογέννητος(912-959μ.χ).
Το καθεστώς αυτό της Βυζαντινής κυριαρχίας πρέπει όμως να εδραιωθεί και αυτό γίνεται με την επικράτηση (πολλές φορές και δια της βίας του χριστιανισμού στην υπόλοιπη Λακωνία. Ιδρύονται λοιπόν Χριστιανικοί πυρήνες καστρομονάστηρα, που φιλοξενούν και μοναχούς και στρατιώτες ή στατιώτες μοναχούς,(Γεράκι, Καρυούπολις) αναφέρεται κτίσιμο χριστιανικής εκκλησίας στο Γεράκι τον 5ο αιώνα, και την ίδια εποχή πιθανολογείται και η ίδρυση της Καρυουπόλεως.
Η περίοδος αυτή διαρκεί μέχρι και τον 9ο αιώνα, που ολοκληρώνεται το σχέδιο με τον Νίκωνα, και φθάνουμε αργότερα στη ίδρυση του Μιστρά και την ακμή του δεσποτάτου.
Την εποχή αυτή μπορούμε να πούμε ότι η περιοχή έχει Βυζαντινοποιηθεί, και πώς η άρχουσα τάξη αποτελείται από Βυζαντινούς ή φίλους προς τους Βυζαντινούς. Παρ όλα αυτά όμως το αρχαίο πνεύμα δεν μπορεί να πεθάνει και ο Παλαιολόγος κατανοώντας την αξία του προσπαθεί να δημιουργήσει μία σύνθεση και των δύο ρευμάτων(Πλήθων), την οποία αρχίζει να εφαρμόζει στο δεσποτάτο. Το πείραμα πράγματι επιτυγχάνει τοπικά επειδή μάλλον υπήρχε υπόβαθρο με δεκτικότητα, αλλά δυστυχώς όταν επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί σε όλη την αυτοκρατορία, κατά την αντιμετώπιση των Οθωμανών στην πόλη απέτυχε.
Μετά την πτώση της Πόλης, ή και για τους διορατικότερους και πριν, πολλοί αναγκάσθηκαν να την εγκαταλείψουν για να γλυτώσουν. Όπως καταλαβαίνουμε αυτοί δεν ήταν απλοί και φτωχοί πολίτες αλλά ισχυρότεροι και πλουσιότεροι που τους επέτρεπαν οι συνθήκες να μεταναστεύσουν.
Για πολλούς από αυτούς προορισμό αποτέλεσε η Μάνη.
Φυσικά την μετανάστευση και την εγκατάσταση τους στην νέα τους πατρίδα, για άλλους μόνιμη για άλλους προσωρινή κάλυπτε άκρα μυστικότητα.
Σε καμία περίπτωση δεν χρησιμοποίησαν τα πραγματικά ονόματα αλλά νέα ονόματα που προέκυψαν από το μικρό όνομα ή την ασχολία τους, ή και άλλα τελείως άσχετα.
Είναι αυτοί που τους συναντούμε πλέον το 1600 το 1700 να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην περιοχή και να είναι άσπονδοι εχθροί των Οθωμανών, ενώ αντιθέτως να διατηρούν φιλικότατες σχέσεις με τους Βενετούς.
Κατά περίεργο τρόπο στην Μάνη ισορρόπησαν σχετικά το αρχαίο με το νέο, και παντρεύτηκαν. Η αρχαία αρετή και η δόξα των προγόνων μας, απολαμβάνει τον σεβασμό που της αξίζει σε επίπεδο οικογενειών.
Απόδειξη της σύνθεσης αποτελούν σήμερα τα κύρια σύμβολα της Μάνης η τοπική σημαία (νίκη ή θάνατος) και η κίτρινη με τον δικέφαλο αετό.
Έχουμε λοιπόν τους Νίκλους, (Νίκη+κλέος) που δεν είναι άλλοι παρά οι διατηρηθέντες παρ’ όλες τις δυσμενείς συνθήκες Λακεδαιμόνιοι. Αυτό μας δηλώνει και το μεγάλο ποσοστό αρχαίων βαφτιστικών ονομάτων στην Μάνη.
Φυσικά δεν θα αναφέρω τα ήθη τα έθιμα και κάποιους θεσμούς, και συνήθειες που είναι φανερό ότι έχουν κοιτίδα την Αρχαία Σπάρτη.
Ο πλούτος των αποίκων Βυζαντινών αλλά και ταυτόχρονα η αδιαφορία για το χρήμα των ντόπιων, βοήθησε στο να αγοράσουν περιοχές και να ηγηθούν στον αυτόχθονα πληθυσμό χωρίς όμως να πειράξουν η να αλλάξουν εκείνα τα πατροπαράδοτα, που αποτελούσαν κορωνίδες για τους ντόπιους.
Αντιθέτως ενστερνισθήκαν τα ήθη και έγιναν ένα με αυτούς ενώνοντας και το αίμα τους με γάμους.
Δεν συνέβη όμως αυτό με άλλους που πέρασαν από την περιοχή, σαν στρατιώτες, εργάτες και τεχνίτες βοήθησαν, και όσοι από αυτούς ρίζωσαν στην περιοχή δεν έβαλαν την σφραγίδα τους σε εξελίξεις σημαντικές πλην στην ονομασία μερικών τοπωνυμίων και ίσως και ονομάτων.
Μέχρι και πριν 100 χρόνια χρησιμοποιούσαν παραγιούς για να βόσκουν τα κοπάδια, αλλά ακόμη και σήμερα πλήθος μεταναστών απασχολείται με εργασίες, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να επηρεάσει την εικόνα μιας περιοχής.
Οι δέκα χιλιάδες Αρβανίτες που ενίσχυσαν το Δεσποτάτο επί Μανουήλ Παλαιολόγου(1348-1380μ.χ.) εκτός του ότι σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν αλλόθρησκοι, δεν μπορούν να θεωρηθούν και αλλόφυλοι.
Καταγράφεται η λατρεία που έτρεφαν για τους Παλαιολόγους, και ιδιαίτερα για τον Κωνσταντίνο που αποτελούσε το «Δραγάση» τους.
Ακόμη μεγάλη είναι η παρουσία τους και στο Δεσποτάτο της Ηπείρου, όπως αποδυκνείεται από τα ονόματα(Μπούας, Κλαδάς κ.λ.π), πράγμα που ενισχύει την άποψη ότι ήταν αυτό το φύλλο πάντα κοντά στους Βυζαντινούς και έχαιρε εμπιστοσύνης, άρα πρέπει να ήταν ομόφυλοι.
Τέλος οι Τουρκαλβανοί της Μπαρδούνιας είναι σαφές ότι ήταν φερτοί από τους Τούρκους και εξολοθρεύτηκαν από αυτούς αργότερα με συνεργάτες τους Έλληνες Άρματωλούς όταν ζημίωναν πλέον τα Τουρκικά συμφέροντα.