14 Δεκεμβρίου 2010

Δημήτρης Λιαντίνης - Μία Ιστορία που έγινε Μύθος

Ο Δημήτρης Λιαντίνης γεννήθηκε στην Πολοβίτσα της Λακεδαίμονος στις 23 Ιουλίου 1942. Σπούδασε κλασσικές γνώσεις, Ίωνες φυσικούς και ανθρωπολογία. Νέος περπάτησε για μια στιγμή, στην Ανω Ενγκαντίν και στο κάστρο του Εζέ. Στα πάρεργά του ασχολήθηκε με τους κήπους και με τον ουρανό, με τάξη και με λιτότητα, και στο μέτρο του ανθρώπου.
Το ερώτημα που του τέθηκε στο δρόμο, κάτι σαν το αίνιγμα της Σφίγγας στις Θήβες, εστάθηκε το ακόλουθο:
- Καθώς κοιτάς το μηδέν στα μάτια δύνεσαι να μην αποκαρτερήσεις;
Αποκρίθηκε: - Ναι.
Το παραπάνω λιτό βιογραφικό είναι αυτό που επέλεξε ο ίδιος να αφήσει, και υπάρχει στο οπισθόφυλλο της Γκέμμας.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ο Δημήτρης Λιαντίνης (23 Ιουλίου 1942 - 1998) υπήρξε αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της αγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συγγραφέας εννέα βιβλίων με φιλοσοφικό και παιδαγωγικό περιεχόμενο.
Το επώνυμό του ήταν Νικολακάκος, το οποίο άλλαξε σε Λιαντίνης για να τιμήσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Λιαντίνα της Λακωνίας.
Τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο της Σπάρτης. Το 1966 αποφοίτησε από τη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, Τμήμα Φιλολογίας. Από το 1968 μέχρι το 1970 υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση στους Μολάους Λακωνίας. Τον Οκτώβριο του 1970 μετέβη στο Μόναχο, όπου παρέμεινε μέχρι το 1972 και σπούδασε τη γερμανική γλώσσα, διδάσκοντας συγχρόνως ως φιλόλογος στο ιδιωτικό ελληνικό σχολείο της Otto Gesellschaft του Μονάχου.
Από το 1973 μέχρι το 1975 υπηρέτησε εκ νέου στη Μέση Εκπαίδευση στις Θεσπιές Βοιωτίας. Το 1975 διορίστηκε βοηθός στο Εργαστήριο Παιδαγωγικής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978 έγινε Διδάκτωρ με βαθμό «άριστα» και θέμα της διδακτορικής διατριβής: «Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στις ελεγείες του Duino του Ράινερ Μαρία Ρίλκε».
Υπήρξε από το 1975 μέχρι το 1998 βοηθός, επιμελητής, λέκτορας, επίκουρος καθηγητής και αναπληρωτής καθηγητής της Φιλοσοφίας της Aγωγής και της Διδακτικής των Ελληνικών μαθημάτων στον Τομέα Παιδαγωγικής του Τμήματος Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1978-79 με εκπαιδευτική άδεια παρακολούθησε στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης φιλοσοφία και συγχρόνως δίδασκε σε ελληνικό σχολείο στο Ludwigshafen. Εκτός του Πανεπιστημίου δίδαξε στο Μαράσλειο Διδασκαλείο και σε διάφορα ΠΕΚ. Το 1973 παντρεύτηκε την καθηγήτρια θεολογίας Νικολίτσα Γεωργοπούλου. Από το γάμο τους απέκτησαν μια κόρη.
Την 1η Ιουνίου 1998 ο Λιαντίνης εξαφανίστηκε αφήνοντας γράμμα προς την κόρη του, στο οποίο δήλωνε πως είχε αποφασίσει «να αφανισθεί αυτοθέλητα», όπως χαρακτηριστικά έγραφε. Η υπόθεση της εξαφάνισής του απασχόλησε την κοινή γνώμη, λόγω ιδιαίτερης προβολής από τα ΜΜΕ. Τον Ιούλιο του 2005 ο συγγενής του Παναγιώτης Νικολάκακος οδήγησε την κόρη του Λιαντίνη σε μία σπηλιά του Ταϋγέτου, όπου μέσα κείτονταν ο ίδιος. Όπως έγραψε στο τελευταίο γράμμα στην κόρη του, είχε προετοιμάσει αυτή τη στιγμή βήμα-βήμα μια ολόκληρη ζωή.
Μετά την ανεύρεση του σκελετού, έγιναν ιατροδικαστικές εξετάσεις που κατέληξαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι ο νεκρός ήταν ο Λιαντίνης. Όμως άφησαν αναπάντητο το πώς πέθανε, δεδομένου ότι δεν ανευρέθη στις τοξικολογικές εξετάσεις κάποια ουσία που να επιφέρει τον θάνατο. Άγνωστη είναι και η ακριβής ημερομηνία του θανάτου, η οποία ωστόσο δύναται να προσδιοριστεί μεταξύ 1ης και 5ης Ιουνίου 1998. Παρότι η επιθυμία του ίδιου ήταν τα οστά του να μείνουν στον Ταύγετο, τελικά ενταφιάστηκαν στις 20 Αυγούστου 2005 στο νεκροταφείο των Κεχρεών Κορινθίας.

Η σπηλιά στην οποία ο Δ.Λιαντίνης πέρασε τις τελευταίες στιγμές της ζωής του.


Έγραψε εννέα βιβλία φιλοσοφικού και παιδαγωγικού στοχασμού. Τα βιβλία του είναι τα εξής:
* Έξυπνον Ενύπνιον (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά και σε σχέση με την αρχαία Ελλάδα τις ελεγείες του Ντούινο του Ρίλκε. Το βιβλίο με μικρές διαφοροποιήσεις αποτελεί απόδοση στη δημοτική της διδακτορικής του διατριβής (που ήταν σε καθαρεύουσα) με τον τίτλο "Η παρουσία του ελληνικού πνεύματος στς ελεγείες του Duino του R. M. Rilke".
* Χάσμα σεισμού (1977): Ερμηνεύει φιλοσοφικά το έργο του Σολωμού. Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών το 1978.
* Ίδε ο άνθρωπος (1979) του Νίτσε: Απόδοση στην ελληνική με προλόγισμα (ο Λιαντίνης αναφερόμενος στη μεταφραστική του εργασία χρησιμοποιεί το ρήμα ελλήνισε).
* Ο Νηφομανής (1982): Αναλύεται η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη με φιλοσοφικές συντεταγμένες.
* Homo educandus (1984): Εγχειρίδιο φιλοσοφίας της αγωγής.
* Πολυχρόνιο (1987): Εξετάζει τη φιλοσοφία της στοάς και την επίδρασή της στην πολιτική της Ρώμης.
* Διδακτική (1989): Παιδαγωγικό εγχειρίδιο αρχών και μεθόδων της διδακτικής, προορισμένο για τους φοιτητές.
* Τα Ελληνικά (1992): Αναφέρεται στη διδακτική των αρχαίων και νέων ελληνικών, κυρίως της λογοτεχνίας (με κριτήρια για την αποτίμηση του ποιητικού έργου), και προορίζεται για εκπαιδευτικούς. Περιέχει ενδεικτικό κατάλογο κειμένων τα οποία πρέπει να κατέχει ο εκπαιδευτικός για προσωπική του κατάρτιση.
* Γκέμμα (1997): Περιέχει 16 αυτόνομα κεφάλαια με κυρίαρχα ζητήματα το περί Θεού ερώτημα, τη συνείδηση του "ελληνοέλληνα" και το πρόβλημα του θανάτου στη σύζευξή του με τον έρωτα.
Έργα που εκδόθηκαν μετά θάνατον από τους κληρονόμους του:
* Οι ώρες των άστρων (2006): Περιέχει ποιήματα της νιότης του.
ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ
Tο γράμμα αυτό αποτελεί τη πνευματική διαθήκη του πατέρα Λιαντίνη προς τη κόρη του. Αλλά και ο αποχαιρετισμός του σε αυτή. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λιαντίνης απέφυγε να συναντήσει τη κόρη του για να της μιλήσει για την απόφαση του και να την αποχαιρετήσει. Γνώριζε ότι θα ήταν μια πολύ δύσκολη στιγμή για εκείνον και κυρίως για το παιδί του. Της είχε μεγάλη αδυναμία. Γνώριζε, επίσης, ότι το γράμμα θα έβλεπε κάποτε το φως της δημοσιότητας. Ήξερε βλέπετε όσο κανένας άλλος τη γυναίκα του και τις αδυναμίες της. Έτσι λοιπόν μας άφησε ένα έξοχο κείμενο, άκρως διαφωτιστικό, σημείο αναφοράς θα λέγαμε για κάθε ερευνητή του φαινομένου Λιαντίνης.
Διοτίμα μου,
Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης.
Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.
Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχουνται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.
Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχουνται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι' αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.
Να φροντίσεις να κλείσεις με τα χέρια σου τα μάτια της γιαγιάς Πολυτίμης, όταν πεθάνει. Αγάπησα πολλούς ανθρώπους. Αλλά περισσότερο τρεις. Το φίλο μου Αντώνη Δανασσή, τον αδερφοποιτό μου Δημήτρη Τρομπουκη, και τον Παναγιώταρο το συγγενή μου, γιο και πατέρα του Ηρακλή.
Κάποια στοιχεία από το αρχείο μου το κρατά ως ιδιοκτησία ο Ηλίας Αναγνώστου.
Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.
Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή*, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα. Αν όμως δεν αντέξω να υψωθώ στην ανδρεία που αξιώνει αυτός ο τρόπος, και ευρεθεί ο νεκρός μου σε τόπο όχι ασφαλή, να φροντίσεις με τη μανούλα και το Διγενή*, να τον κάψετε σε ένα αποτεφρωτήριο της Ευρώπης
Έζησα έρημος και ισχυρός.
Λιαντίνης
Τη μέρα που θα πέσω* έδωσα εντολή
να στεφανωθούν οι μορφές
Σολωμού στη Ζάκυνθο κ' Λυκούργου
στη Σπάρτη.

* Διγενής: γαμπρός του Δ. Λιαντίνη εκείνη την εποχή.
* Οι μορφές στεφανώθηκαν στις 3/6/1998.

Ομιλία του Λιαντίνη προς τους φοιτητές του, στο Ηρώδειο (1995)

Πηγή