18 Ιουνίου 2021

Η ιστορία του Οιτύλου

https://www.maxmag.gr/wp-content/uploads/2018/06/oitilo.jpg

Νικηφόρος Κατσουλέας Κομνηνός


Η Ιστορία της γης έχει διάρκεια 5.5 δισεκατομμυρίων χρόνων, με κύριο χαρακτηριστικό την εναλλαγή από την δημιουργία στην καταστροφή, σε έναν αέναο κύκλο.
Η ονομασία της Γης στην ελληνική γλώσσα προέρχεται από το όνομα της θεάς της ελληνικής μυθολογίας Γαίας.
Το παλαιότερο υλικό που βρέθηκε στο Ηλιακό μας σύστημα χρονολογήθηκε στα 4,5672±0,0006 δισεκατομμύρια έτη πριν από σήμερα. Μέχρι τα 4,54±0,04 δισεκατομμύρια έτη πριν σχηματίστηκε η πρωταρχική Γη.

Παλαιογεωγραφική και γεωτεκτονική θέση
Οι σύγχρονες απόψεις θεωρούν την Πελαγονική ως ένα μεγάλο ηπειρωτικό τεμάχιο, τμήμα της Κιμμερικής ηπείρου που αποσπάσθηκε απιό την Gondwana και εκατέρωθεν του οποίου αναπτύχθηκαν δυο ωκεάνιες περιοχές της Παλαιό ‐ Τηθύος (ζώνη Αξιού) και Νεο‐Τηθύος (Υποπελαγονική‐ Πίνδου) από τις οποίες προήλθαν με επώθηση οι οφιόλιθοι.
Πριν από 35 εκατομμύρια χρόνια , όταν η τάφρος της Πίνδου είχε γεμίσει από ιζήματα, σημειώνονται νέες κοσμογονικές αναστατώσεις στα έγκατα της Ελληνικής γης.
Ύστερα από μία πανίσχυρη ανοδική ώθηση πτυχώθηκαν τα υλικά της τάφρου και ανυψώθηκαν σχηματίζοντας την επιβλητική οροσειρά της Πίνδου.
Είναι η ίδια εποχή που δημιουργούνται οι υψηλότεροι ορεινοί όγκοι της γης , οι Άλπεις , τα Πυρηναία , τα Ιμαλάια και οι Αλπικές πτυχώσεις.
Εκατομμύρια χρόνια περνούν. Ύστερα από την τάφρο της Πίνδου γεμίζει και η "Ιόνιος Αύλαξ" από τα προϊόντα της γεωλογικής αναταραχής και των αποσαθρώσεων των οροσειρών του Γαβρόβου.
Στην αρχή του Μειόκαινου μία άλλη τεκτονική αναστάτωση πτυχώνει και ανορθώνει τον βυθό, για να προβάλει πάνω από το νερό το μεγαλύτερο τμήμα της δυτικής Ελλάδος.
Έτσι αναδύθηκε από τα βάθη της θάλασσας η Αιγαιΐς σαν ενιαία και αδιαίρετη μάζα ξηράς που ακάλυπτε περίπου τον σημερινό Ελληνικό χώρο, από το Ιόνιο ως την Μικρά Ασία και τα νότια της Κρήτης.
Ένα κομμάτι της πανάρχαιας αυτης γης είναι και όρμος του Οιτύλου.
Η ιστορία του Οιτύλου χάνεται στα βάθη των προϊστορικών αιώνων, στην δυσδιάκριτη από την ομίχλη του χρόνου εποχή των μύθων και των Θρύλων. Γεννιέται στους βράχους που αναδύθηκαν από την αρχαίγονη πρωτοθάλασσα. Είδε τους μεγάλους κατακλυσμούς, είδε την καταβύθιση της γης του βρίσκεται στά παλαιογεωγραφικά στρώματα των ιζηματογενών πετρωμάτων στους γκρεμούς του όρμου του Οιτύλου. Ανιχνεύεται στα θαλασσινά απολιθώματα που έφερε στην επιφάνεια η πανάρχαια ανάδυση της Αιγηίδος, της Ελληνικής πρωτογής από την αρχέγονη Πανθάλλασσα. Είναι ένας τόπος ανθρωπογέννησης, αλλά και αδιάλειπτης παρουσίας ανθρώπινων κοινωνιών ΕΙΝΑΙ ΤΟ FIΤΥΛΟΝ–ΒΙΤΥΛΟΝ-ΟΙΤΥΛΟΝ.

Η ονομασία

Πολλές είναι οι εκδοχές γιά την ονομασία του Οιτύλου:
Μια ότι το Οίτυλο FΙΤΥΛΟΝ ( ΒΙΤΥΛΟΝ) για την ακρίβεια, πήρε το όνομά του από το μυθικό ήρωα Βίτυλο που καταγόταν από το Άργος και ήταν γιός του Αμφιάνακτα και έφερε στους θηρευτές κάτοικους την γνώση της σποράς και της γεωργίας και γίνεται ο Ιδρυτής του 1ου γεωργικού οικισμού στον Όρμο του Οιτύλου.
Η αρχαιότερη εκδοχή είναι οτι το όνομα προήλθε από κομμάτι μετεωρίτου που κατέπεσε στην περιοχή και αργότερα ονομάστηκε "Βαίτυλος".
Οι βαίτυλοι περιγράφονται στα παλαιά κείμενα σαν «αερόλιθοι, οι οποίοι έπεφταν περιφλεγείς εκ του ουρανού».
Υπάρχει και η εκδοχή πως οι κάτοικοι του Fιτύλου( Βιτύλου) σε κομμάτια αργών λίθων και αργότερα σε ημηξέστων τιμούσαν μία Αώα (Ηλιακή) προ Ολύμπια θεότητα ή και μιά χθόνια (γήινη) .
Μπορεί βεβαίως να διατυπωθεί και η άποψη ότι οι αργοί λίθοι "Βέτυλοι λειτούργησαν ως μακρινή ανάμνηση του μετεωρίτου "Βαίτυλου" που είχε θεοποιηθεί πέφτοντας απο τον ουρανό.
κατά τον Ησύχιο παραδίδεται:
<Βαίτυλος>: Λίθος γινόμενος κατὰ τὸν Λίβανον τὸ ὄρος τῆς Ἡλιουπόλεως. Βαίτυλος δὲ ἐκλήθη καὶ
ὁ λίθος, ὃν ἀντὶ Διὸς ὁ Κρόνος κατέπιεν. Εἴρηται δὲ, ὅτι ἡ Ῥέα βαίτῃ αἰγὸς σπαργανώσασα τῷ Κρόνῳ δέδωκε· βαίτη δὲ σημαίνει τὴν διφθέραν.
Καὶ παρὰ τὸ βαίτη βαίτηλος. <Βαίτη>, στέγαστρον προβάτειον ἢ αἴγειον.
Δηλαδή Βαίτυλος ονομάστηκε ο λίθος που τύλιξε με δέρμα κατσίκας η Ρέα και πρόσφερε στον Κρόνο να καταπιεί αντί του Διός.
Από το βαίτη (δέρμα κατσικιού) πρέπει να προκύπτει και η λέξη "βετούλι" (κατσίκι).
Όποια και να είναι όμως η ετυμολογία και η καταγωγή της λέξης το βέβαιο είναι οτι το Οίτυλο στέκει στη θέση του από την αρχή των χρόνων.
Η ανθρώπινη παρουσία στον όρμο του Οιτύλου (Απήδημα – Καλαμάκια- Μελιτζιά- Πρόπαντη) και γενικά στη Μάνη (αλεπότρουπα - Βλυχάδα) είναι πανάρχαια, πρόσφατα βρέθηκαν λιθοποιημένοι ανθρώπινοι σκελετοί 300.000 περίπου ετών και ανθρώπινα εργαλεία 1.000.000 ετών και πλέον (Πίτσιος, Ταινάριος άνθρωπος).
Σύμφωνα με όλα τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί, επίκεντρο αυτού του χώρου παλαιοντολογικής δραστηριότητας πρέπει να αποτελούσε ο όρμος του Οιτύλου, στον οποίο σώζονται καλύτερα οι παλαιογεωγραφικές συνθήκες της περιόδου εκείνης.
Σε ψυχρές περιόδους του Πλειστοκαίνου η σημαντική ταπείνωση του θαλάσσιου επιπέδου πρέπει να μετέτρεπε την περιοχή του όρμου σε ευρεία κοιλάδα, στην οποία διοχετεύονταν οι υδατοροές της ρεματιάς του Οιτύλου (μυλολάγκαδο) δημιουργώντας ευνοϊκές συνθήκες προσέλκυσης ζώων και ανθρώπων.
Η άποψη του καθηγητού της Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Θεόδωρου Πίτσιου, υπεύθυνου του Παλαιοανθρωπολογικού Μουσείου, Πρόεδρου της Ελληνικής Ανθρωπολογικής Εταιρείας.
Ο οποίος ερεύνησε τη περιοχή στο Απήδημα του όρμου του Οιτύλου και ανακάλυψε τον Ταινάριο άνθρωπο τον πρόγονό μας - Προμανιάτη, Προ-Έλληνα!
Είναι: « Το Οίτυλο και γενικότερα η Μάνη αποτελούν όχι μόνο ένα μοναδικό ιστορικό φαινόμενο αλλά και παράδειγμα κοινωνικής οργάνωσης βασισμένης στην αυτογνωσία του ατόμου και την αρμονική ανάπτυξη των μέσων επιβίωσης και του πνευματικού πολιτισμού των ανθρώπων της».
Η Γεωλογική περίοδος του Πλειστοκαίνου περιλαμβάνει περίπου τα τελευταία δύο εκατομμύρια χρόνια, στη διάρκεια των οποίων ολοκληρώθηκε η εξέλιξη του ανθρώπου.
Την πλειστόκαινο περίοδο χαρακτηρίζουν κλιματολογικές μεταβολές του πλανήτη με κύριο χαρακτηριστικό στο βόρειο ημισφαίριο την εξάπλωση των παγετώνων στις ψυχρές περιόδους και την υποχώρηση στις θερμές που είχαν σαν συνέπεια τις κλιματικές αλλαγές και τις μεταβολές της θαλάσσιας στάθμης! Έτσι οι ευνοϊκές οικολογικές συνθήκες της περιοχής του όρμου του Οιτύλου δημιουργούσαν περιβάλλον γνωστό για την επιλογή του από τον παλαιολιθικό άνθρωπο.
Είναι βέβαιο ότι οι σπηλιές του όρμου του Οιτύλου, αλλά και των διπλανών όρμων ακόμη και αν δεν περιέχουν σήμερα παλαιοντολογικά κατάλοιπα έχουν χωρίς αμφιβολία κατοικηθεί από τον άνθρωπο στην ίδια περίοδο με το Απήδημα. Απόδειξη των πιο πάνω απετέλεσε η ανακάλυψη συμπλέγματος παλαιοντολογικών και προϊστορικών ευρημάτων στη θέση Μελιτζιά, της Τσίπας.
Ο μετακατακλισμιαίος άνθρωπος συνεχίζει την κατοίκισή των σπηλαίων του όρμου του Οιτύλου καθώς κα τα σπήλαια του όρμου του Διρού όπου φαίνεται οτι μιά πολυάριθμη ανθρώπινη κοινωνία κατοίκισε στις σπηλιές από τα πρώιμα παλαιολιθικά μέχρι τα ύστερα νεολιθικά συνεχούς παρουσίας ανθρώπινης κοινωνίας.

Οι Λέλεγες
Κατά την προϊστορική η περιοχή κατοικείται από Λέλεγες.
Οι Λέλεγες είναι Προϊστορικός λαός. Σύμφωνα με αναφορές αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων ήταν νομαδικός λαός και φιλοπόλεμος, ο οποίος κατοικούσε στις ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδας, της Μικράς Ασίας και στα νησιά. Η ονομασία του προερχόταν από τον επώνυμό ήρωα, τον Λέλεγα (βλ. λ. Λέλεξ), ο οποίος παρουσιάζεται στις γενεαλογικές παραδόσεις της Σπάρτης, των Μεγάρων, της Λευκάδας κ.ά. Στην αρχαία γραμματεία γίνεται λόγος για τάφους Λελέγειους και φρούρια Λελέγεια, ανάλογα προς τα Κυκλώπεια.
Συχνά αναφέρονται ως οι αρχαιότεροι κάτοικοι της Ελλάδας μαζί με τους Πελασγούς και σε μερικές περιπτώσεις ταυτίζονται με αυτούς. Ο Ηρόδοτος (Α, 171) τους ταυτίζει με τους Κάρες.
Κατά τον περιηγητή Παυσανία, (ΙΙΙ, 1. 1-). Ο Λέλεγας ή Λέλεξ ήταν μυθικός βασιλιάς της Λακεδαίμονος ήταν ο αυτόχθων που έδωσε το όνομά του στη χώρα, Λελεγεία και τους κατοίκους της, Λέλεγες.
Είχε τρία παιδιά από τη σύζυγό του Κλεοχάρεια , τον Μύλη (Μυλώνά) ο οποίος επινόησε τον Μύλο για την άλεση των σιτηρών , τον Πολυκάονα και τη Θεράπνη (Θεραπευτή).
Όταν πέθανε ο Μύλης την εξουσία την κληρονόμησε ο γιος του Ευρώτας.
"ὡς δὲ αὐτοὶ Λακεδαιμόνιοι λέγουσι, Λέλεξ αὐτόχθων ὢν ἐβασίλευσε πρῶτος ἐν τῇ γῇ ταύτῃ καὶ ἀπὸ τούτου Λέλεγες ὧν ἦρχεν ὠνομάσθησαν" "ἀποθανόντος Λέλεγος, ὃς ἐβασίλευεν ἐν τῇ νῦν Λακωνικῇ, τότε δὲ ἀπ' ἐκείνου Λελεγίᾳ καλουμένῃ" Κατά τους αρχαίους χρόνους ακολούθησαν, Μυκηναίοι Αχαιοί ή Δαναοί και τέλος οι Δωριείς

Οι Αχαιοί.
Οι Αχαιοί ήταν κατά τους ιστορικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδας η μία από τις τέσσερις φυλές (Αχαιοί, Ίωνες, Αιολείς και Δωριείς) του αρχαίου ελλαδικού χώρου που αποτέλεσαν το πρώιμο Ελληνικό έθνος. Επρόκειτο στην ουσία για ένα δυναμικό αιολικό φύλο, που με τη δύναμη των όπλων επικράτησε στην Ελλάδα της Μυκηναϊκής εποχής.
Ίδρυσαν εκατοντάδες πόλεις με ηγέτιδα πόλη τις Μυκήνες όπου έδωσε το όνομά της στην ιστορική περίοδο, στον πολιτισμό που δημιουργήθηκε αλλά και στους Αχαιούς όπου απο τότε καλούνται και Μυκηναίοι. Μυκηναίοι (Αχαιοί) στρατιώτες, επιβιβασμένοι σε 1186 πλοία αναχωρούν από όλα τα μυκηναϊκά κέντρα για την Τροία.
Οι Τρώες (πελασγοί απόγονοι του Αρκά Δαρδάνου) προετοιμάζονται από τη δική τους πλευρά και συνάπτουν λεόντεια συμμαχία με όλους τους λαούς της δυτικής Μικράς Ασίας Πελασγούς και Λέλεγες κυρίως και τους Θράκες.
Ο δεκαετής Τρωικός Πόλεμος έληξε με αχαϊκή νίκη, καταστροφή της Τροίας και σφαγή των Τρώων.
Κατά τον Τρωικό πόλεμο.
Οι πόλεις της Μάνης που πήραν μέρος στο πλευρό του Μενελάου (παρά την Λελεγική καταγωγή άρα φυλετική συγγένεια με τους Τρώες) και αναφέρει για πρώτη φορά ο Όμηρος στην Β΄ Ραψωδία (581-585) της Ιλιάδας ήσαν: Οίτυλον, Μέσσην, και Λάας. Επίσης αναφέρει (Ιλιάδα Ι 149-152, 291-293), πόλεις της σημερινής έξω Μάνης (Μεσσηνιακής) όπως η Καρδαμύλη, η Ενόπη, και Ιρή, υπό την εξουσία του Αγαμέμνονα και είχαν ταχθεί μάλιστα για προίκα στον Αχιλλέα
Το Οίτυλο στον Όμηρο Η σημασία και η αίγλη της πόλεως ήταν ισότιμη με όλες τις υπόλοιπες της Λακεδαίμονος που αναφέρονται στην Ιλιάδα από τον Όμηρο.
Στη συγκεκριμένη δε περιοχή είναι η κυρίαρχη πόλη μαζί με την Λάς.
Οἳ δ᾽ εἶχον κοίλην Λακεδαίμονα κητώεσσαν, Φᾶρίν τε Σπάρτην τε πολυτρήρωνά τε Μέσσην, Βρυσειάς τ᾽ ἐνέμοντο καὶ Αὐγειὰς ἐρατεινάς, οἵ τ᾽ ἄρ᾽ Ἀμύκλας εἶχον Ἕλος τ᾽ ἔφαλον πτολίεθρον,οἵ τε Λάαν εἶχον ἠδ᾽ Οἴτυλον ἀμφενέμοντο,
ΙΛΙΑΔΟΣ - ΡΑΨΩΔΙΑ Β΄(στίχοι : 581-585

Οι Δωριείς
Οι Δωριείς που εισέβαλαν στην Πελοπόννησο ήταν τρεις φυλές, οι Πάμφιλοι, οι Υλλείς και οι Δυμάνες. Μόλις κατέλαβαν την Πελοπόννησο, την μοίρασαν μεταξύ τους με κλήρο διαιρώντας την σε τρία μέρη:
Στο Άργος, που δόθηκε στον Τήμενο, στη Μεσσήνη, που έλαβε ο Κρεσφόντης και στη Λακεδαίμονα που πήραν τα δυο αδέλφια Ευρυσθένης και Πρόκλης. Στους δυο τελευταίους ανήγαγαν την καταγωγή τους οι βασιλιάδες της Σπάρτης και γι αυτό, άλλωστε, ήσαν δύο στον αριθμό.
Μετά την καταστροφή των Μυκηνών και της Τίρυνθας από τους εισβολείς, το Άργος έγινε η βάση των εξορμήσεων του μυθικού Δωρικού ήρωα Τέμενου, απόγονου του Ηρακλή, και ο μεγαλύτερος των τριών αδελφών, του Κρεσφόντη και Αριστόδημου, οι οποίοι κυρίευσαν την Πελοπόννησο.
Οι γιοι και οι γαμπροί του διαδοχικά (Δειφόντης, Φαλκής, και Κεισός) κατέλαβαν την Τροιζήνη, Επίδαυρο, Αίγινα, Σικυών και Φλιούντα, οι οποίες έγιναν Δωρικές αποικίες.
Έχουν βρεθεί σε πολλές περιοχές επιγραφές και αρχαιολογικά δείγματα από τα χρόνια εκείνα.
Στο Οίτυλο βρέθηκε επιγραφή με πίνακα πολιτών και του Αρμοστή του Ηρακλείδα. [Inscriptiones Graecae. Vol. 1295 s.240-242 1913 (Καταγραφή από Forster 1904, Prott, 1903, Kolbe 1905) και Α. Κουτσιλιέρη «Ιστορία της Μάνης» Αθήναι 1993 σελ. 70].

Κοινό Λακεδαιμονίων
Το 195 π.Χ. ιδρύεται ο ιδιότυπος πολιτικός οργανισμός από 24 αρχικά πόλεις με την ονομασία «Κοινόν των Λακεδαιμονίων». Αποτέλεσε μια ουσιαστική ανάπτυξη στην περιοχή της Λακωνίας.
Για πέντε αιώνες αναπτύσσονται 24 πόλεις από τις οποίες απέμειναν 18
όπως μας τις παραδίδει ο Παυσανίας. Η έκταση που καλύπτουν γεωγραφικά είναι όλα τα παράλια του Λακωνικού κόλπου, ή ανατολική πλευρά του Μεσσηνιακού, φθάνοντας μέχρι τον Ταΰγετο, αλλά και το Αιγαίο στην ανατολική πλευρά του ακρωτηρίου Μαλέας.
Οι υπόλοιπες 6 πόλεις ή παρέμειναν χωρίς αυτονομία υπό την Σπάρτη (Καρδαμύλη), ή συγχωνεύτηκαν με άλλες (η Ασίνη με την Λας). Η Ίππολα αν και δεν αναφέρεται από τον Παυσανία ανήκε και αυτή στο κοινό όπως μαρτυρά αρχαιολογική επιγραφή. Το κοινό τών Λακεδαιμονίων σύμφωνα με τον Παυσανία αποτελείτο από τις παρακάτω πόλεις: Γύθειο ,Ακριαί, Επίδαυρος Λιμηρά ,Ασωπός, Βοιαί, Βρασιαί , Γερονθαί, Ζάραξ, Μαριός, Λας, Πύρριχος, Τευθρώνη, Καινήπολις, Οίτυλον, Θαλάμαι, Λεύκτρα Γερήνια, Αλαγονία

Κοινό Ελευθερολακώνων
Στά (21μ.Χ.) ο αυτοκράτορας Οκταβιανός Αύγουστος αναμορφώνει το «Κοινόν των Λακεδαιμονίων», σε ομοσπονδία από 18 πόλεις, η οποία διατηρήθηκε μέχρι τα χρόνια του Διοκλητιανού με το όνομα «Κοινόν των Ελευθερολακώνων» και έζησε ως τα μέσα του 300 μ.Χ. αι.
Το Κοινό των Ελευθερολακώνων αποτέλεσαν οι πόλεις Γύθειο, Τευθρώνη, Πύρριχος, Λας, Καινήπολη, Οίτυλον, Λεύκτρα, Θαλάμαι, Αλαγονία, Γερήνια, Ασωπός, Ακριαί, Βοιαί, Ζάραξ, Επίδαυρος Λιμηρά, Βρασιαί, Γερόνθαι, Μαριός

Πρώτη Βυζαντινή Περίοδος (330-586)
Κατά την εποχή του Μεγάλου Θεοδοσίου ξεκινούν οι διωγμοί εναντίον οτιδήποτε Εθνικού (Ελληνικού) ως ειδωλολατρικού , και συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση, επί αυτοκράτορα Αρκαδίου. Τότε καταστρέφονται Ελληνικά μνημεία στην Ολυμπία, Σπάρτη, Κορίνθο και μαζί με αυτές και κάθε Ελληνική (Εθνική) ανάμνηση στην Πελοπόννησο .
Τους φανατικούς Βυζαντινούς διαδέχονται οι ορδές των Βανδάλων.
Οι Βάνδαλοι με αρχηγό τον Γιζέριχο, επιτέθηκαν στην παραταινάρια περιοχή με στόχο τα αρχαία ιερά. Η αντίσταση των Μανιατών, όμως δεν επέτρεψε στον Γιζέριχο να υλοποιήσει το σχέδιο του αποχωρώντας με μεγάλες απώλειες. Ετσι σώθηκαν τα ιερά στο Οίτυλο, στο Ταίναρο και αλλού στη Μάνη πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχαν ισχυρές Μανιάτικες Πόλεις.
Γύρω στα 532 μ.Χ. έπεσε μεγάλη επιδημία πανούκλας, στην Πελοπόννησο που κράτησε περίπου 50 χρόνια και αποδεκάτισε τον πληθυσμό, η ενίσχυση ή η κατασκευή των κάστρων ήταν
επιβεβλημένη για να μην ερημώσει εντελώς από τις επιδρομές των εχθρών της αυτοκρατορίας.
Η παρουσία των Βυζαντινών στο Βίτυλο ηταν δυναμική λόγω θέσης έχτισαν πάνω στα Μυκηναϊκά ερείπια των κυκλώπειων τειχών ένα ισχυρό οχυρό το οποίο στα χρόνια της Φραγκοκρατίας θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο.
                                                                                                                      
Στό το χρονικό του Μορέος βλέπουμε να ονομάζεται κάστρο της Μαϊνης .
Εν «τούτω εκαβαλλίκεψεν ο πρίγκιπας ατός του,
καθώς τον εσυμβούλεψαν οι άνθρωποι του τόπου,
κ᾿ επέρασε τον Πασσαβάν κ᾿ εδιάβη εις την Μάϊνην·
εκεί ηύρεν σπήλαιον φοβερόν εις ακριοτήρι απάνω.
Διατί του άρεσεν πολλά, εποίησεν ένα κάστρον
και Μάϊνην το ωνόμασε, ούτως το λέγουν πάλιν.
Κι ωσάν είδαν οι άρχοντες κ᾿ οι αρχηγοί του δρόγγου
το πώς οι Φράγκοι εποιήσασιν εκείνα τα δύο κάστρη,
βουλήν επήραν ενομού το πώς να θέλουν διάξει.»

Το χτίσιμο του οχυρού πρέπει να γίνει σε τόπο με στρατηγηκή σημασία και τέτοιος τόπος είναι μόνον το Βίτυλο. Είναι φανερό αν κυττάξει κανείς έναν γεωφυσικό χάρτη της Λακωνικής θα διαπιστώσει αμέσως ότι όποιος ελέγχει το Οίτυλο εξουσιάζει όλη την Μάνη, πράγμα που αντιλαμβάνεται ο πολύπειρος Φράγκος πολέμαρχος.
Στο Βίτυλο η οροσειρά του Ταϋγέτου σχηματίζει ένα μεγάλο διάσελο, ανοίγοντας έτσι τον μοναδικό δρόμο επικοινωνίας της δυτικής Μάνης και της εκείθεν Μεσσηνίας με την υπόλοιπη Λακωνία προς Γύθειο αλλά και προς την μέσα Μάνη.
Είναι φανερό πως το Βίτυλο βρίσκεται σε μια στρατηγηκή θέση από την οποία ελέγχονται οι δρόμοι επικοινωνίας και εμπορίου ξηράς και θάλασσας μέσω των δύο Λιμένων, του Βόρειου (καραβοστάσι) και του Νοτίου(Λιμένι) και οι δύο στον ομώνυμο Όρμο του Οιτύλου. Είναι φανερό ότι ο τόπος εξασφαλίζει τα υψηλότερα στρατηγικά πλεονεκτήματα πρώτα το μοναδικό χερσαίο πέρασμα από την Δυτική Μάνη και την Μεσσηνία προς την Ανατολική Μάνη αλλά καιτην μέσα Μάνη.
Δεύτερον διαθέτει έναν λειτουργικό Λιμένα με κάθε καιρό μοναδική περίπτωση στην Μάνη.
Ο Τούρκος Εβλιγιά Τσελεμπή αναφέρει ότι όρμος με τους δύο λιμένες έχει περίμετρο τέσσερα μίλια και μπορεί να χωρέσει χίλια πλοία, για τούτο αποτελούσε την μεγαλύτερη ναυτική σκάλα.
7ος –8ος αιώνες. Οι Μελιγγοί
Οι Μελιγγοί Σλάβικο φύλο εγκαθίστανται αρχικά στον Μοριά (πιθανόν 856 μχ) επί Λέοντος στ΄ του επονομαζόμενου Σοφού της δυναστείας των Μακεδόνων υιού του Βασιλείου του Α΄.
Στις αρχές του 7ου αιώνα κατεβαίνουν δια μέσω του Ταϋγέτου στην περιοχή της Δυτικής Μάνης ( της λεγόμενης Μεσσηνιακής) μέχρι των περιχώρων του Βίτυλου. Ήταν γνωστοί και ως Μελιγγοί ή Μελίγγοι και Μηλίγγοι.
Το Οίτυλο αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας στην προοπτική της επέκτασης των Μελιγγών στην Μάνη διαθέτοντας ισχυρή Οχυρή θέση (Βυζαντινό Φρούριο) μέγάλης στρατηγικής σημασίας για τους Βυζαντινούς οι οποίοι εγκαθιστούν βυζαντινή φρουρά η οποία είναι δύναμη άμυνας και αποτροπής των ληστρικών επιδρομών των Μελλιγγών.
Στα δυτικά του Οιτύλου στο μέτωπο πρώτης προσβολής που θα δεχόταν το Οίτυλο από τους Μελιγγούς του ζυγού διατάσσεται προμαχώνας σε αρχαία οχυρωματική θέση που βρίσκεται μετά τον λάκο (βιγγλατόρια ) λίγο χαμηλότερα από αρχαία φρυκτωρία (καμινοβίγγλιον).
Η ληστρική συμπεριφορά των Μελιγγών επιβεβαιώνεται από τον Κωνσταντίνο Ζ' Πορφυρογέννητο, σύμφωνα με τον οποίο ζούσαν άτακτα και απείθαρχα, και δημιουργούσαν προβλήματα στους ντόπιους με τις αρπαγές και τους εμπρησμούς που έκαναν.
Γιά την Ελληνική καταγωγή των Οιτυλιωτών μας πληροφορεί ξεκάθαρα Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ ο Πορφυρογέννητος, ότι οι κάτοικοι του κάστρου της Μαϊνης, δεν κατάγονται από τους Σλάβους, αλλά από τους αρχαίους Έλληνες.
Οι Μελιγγοί εξεγέρθηκαν αρκετές φορές κατά των Βυζαντινών.Το 842 στάλθηκε από τον Μιχαήλ Γ' στην περιοχή ο Θεοφύλακτος Βρυέννιος για να υποτάξει τους εξεγερμένους του θέματος Πελοποννήσου, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι Μηλιγγοί και οι Εζερίτες, οι οποίοι υποτάχθηκαν και αναγκάστηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο 60 και 300 χρυσά νομίσματα αντίστοιχα. Αλλά και ο τελευταίος τους ξεσηκωμός, στα χρόνια του Ρωμανού Α' Λακαπηνού είχε δυσμενή κατάληξη.
Το 921 ο στρατηγός Κρινίτης Αροτράς διατάχθηκε να τους υποτάξει. Η εκστρατεία διήρκεσε από την άνοιξη μέχρι το Νοέμβριο του ιδίου έτους. Οι Μηλιγγοί νικήθηκαν και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο στην αυτοκρατορία 540 χρυσά νομίσματα, ποσό που αργότερα ελαττώθηκε.
Στα 802-812μ.Χ. Ιδρύεται το «Θέμα του Μοριά» από τον αυτοκράτορα Νικηφόρο τον Α΄.
Το κάστρο του Οιτύλου υπάγεται σε αυτό.

Επισκοπή Μάνης στο Οίτυλο
Στα 886-911μ.Χ Στην έκθεση του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού μνημονεύεται για πρώτη φορά η επισκοπή Μαΐνης, ότι ήταν από τις αρχαιότερες του Μοριά και ανήκε στην Μητρόπολη Κορίνθου.

Εκχριστιανισμός στο Οίτυλο
Μιά από τις τελευταίες περιοχές της αυτοκρατορίας που εκχριστιανίστηκε ήταν το Οίτυλο .
968-998. Ο Νίκων «ο Μετανοείτε» εκχριστιανίζει με την βία τους κατοίκους του που λόγω της πανάρχαιας καταγωγής τους είναι προσηλωμένοι στην μητρώα θρησκεία. Ωστόσο μέχρι και το 1300 διατηρούνται στο Οίτυλο κυρίως σε σπήλαια (άντρα) λατρευτικές τελετές χθονίων θεοτήτων και κυρίως της μεγάλης μητέρας ( Γέας, Δα Μάτερ), αλλά και Αώων (ηλιακών) όπως ο Αώος Απόλλων.

συνεχίζεται.... 

8 Ιουνίου 2021

‘’Αριστεία του 1821 σε Μανιάτες Αγωνιστές’’

Συμπλήρωμα του βιβλίου του ΣΤΑΥΡΟΥ Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ 

Η μεγάλη συμβολή της Μάνης στην απελευθέρωση της πατρίδας μας είναι έργο όλων των Μανιατών και όχι μόνο oλίγων επωνύμων ανδρών.
Για αιώνες αγωνίστηκαν με τα όπλα και την αξιοσύνη τους οι Μανιάτισσες και οι Μανιάτες και κράτησαν μακριά από τον αγιασμένο τόπο τους τον Οθωμανό κατακτητή. Όλοι αυτοί με τις στερήσεις τους και το παράδειγμά τους ανέθρεψαν τη γενιά του 1821, που συνέβαλε αποτελεσματικά στην ενσάρκωση του ονείρου της αποτίναξης του τουρκικού ζυγού.
Και οι θυσίες συνεχίστηκαν μέχρι που η Ελλάδα σκέπασε με τα φτερά της όλα τα σκλαβωμένα παιδιά της. Έχουμε χρέος να μη φανούμε αγνώμονες προς τους Μανιάτες αγωνιστές της λευτεριάς και τους αφήσουμε να χαθούν στο σκοτάδι της λησμονιάς.
Στους δύσκολους καιρούς που έρχονται μας χρειάζονται. Ας αναζητήσει καθένας τους προγόνους του, να φθάσει μέχρις εκεί που μπορεί, να τους τιμήσει και να τους παραδώσει στις επόμενες γενιές.
Να μας γίνουν παράδειγμα, γιατί με επίμονη προσπάθεια, στερήσεις και μακροχρόνιες θυσίες πέτυχαν στο δύσκολο αγώνα τους.
Οι νέοι να κάνουν αυτούς πρότυπο, που θα τους οδηγήσει στην εργατικότητα γιά προκοπή και διάκριση στην κοινωνική άμιλλα. Το CD-ROM αυτό έγινε γιά να περιλάβει έγγραφα από τη συλλογή του συγγραφέα, τα οποία μας αποκαλύπτουν τους ξεχασμένους προγόνους μας.
Χωρίς κόπο γιά χρονοβόρες αναζητήσεις ή οικονομική επιβάρυνση γίνονται κτήμα όλων όσων ενδιαφέρονται γιά τις περασμένες γενιές της Μάνης.
Απότερος στόχος αυτής της προσπάθειας είναι να φέρουμε τις επόμενες γενιές πιό κοντά στη Μάνη και στην παράδοσή της.
Στον καιρό της επερχόμενης ισοπεδοτικής και καταστροφικής παγκοσμιοποίησης, ας γυρίσουμε στις ρίζες μας, είναι ο μοναδικός τρόπος γιά να σταθούμε όρθιοι.

24 Μαΐου 2021

Νέα εκδοχή για τον σεισμό του 365 μ.Χ. στην Κρήτη


Γιώργος Λιάλιος

«Λίγο μετά το πρώτο φως της αυγής, αφού προηγήθηκαν βροντές και αστραπές, ολόκληρη η γη συνταράχθηκε. Η θάλασσα αποσύρθηκε και τα νερά της τραβήχτηκαν σε τέτοια έκταση ώστε ο βυθός της αποκαλύφθηκε. Μπορούσε, έτσι, κανείς να δει χωμένα βαθιά στη λάσπη πολλά θαλάσσια όντα και πολλές οροσειρές και κοιλάδες που, ενώ ήταν πάντοτε σκεπασμένες με νερό, έγιναν ορατές, καθώς έπεφταν πάνω τους για πρώτη φορά οι ακτίνες του ήλιου. Πολλά πλοία εξώκειλαν και πολλοί άνθρωποι περιπλανιόνταν στα λίγα νερά που έμειναν μαζεύοντας ψάρια και άλλα θαλάσσια όντα, αλλά τα θαλάσσια κύματα επανήλθαν υπερυψωμένα και όρμησαν πάνω στα αβαθή νερά, στα νησιά και σε εκτεταμένες στεριές ισοπεδώνοντας πολλά κτίρια ή οτιδήποτε συναντούσαν στον δρόμο τους. Τεράστιες ποσότητες νερού φόνευσαν, κατά την επιστροφή τους, πολλές χιλιάδες ανθρώπων. Οταν η μανία των νερών κόπασε, φάνηκαν κατεστραμμένα πλοία και πτώματα ναυαγών. Μερικά μεγάλα πλοία είχαν εκσφενδονιστεί από το κύμα στις στέγες σπιτιών, όπως συνέβη στην Αλεξάνδρεια, και άλλα σε απόσταση μέχρι δύο μίλια μέσα στην ξηρά».
Ετσι περιγράφει ο Ρωμαίος ιστορικός Αμμιανός Μαρκελλίνος τον καταστροφικό σεισμό της Κρήτης και το τσουνάμι που επακολούθησε τον Ιούλιο του 365 μ.Χ. Ο σεισμός αυτός, εξαιτίας του οποίου ισοπεδώθηκαν οι περισσότερες πόλεις της Κρήτης και το νησί ανυψώθηκε από τα δυτικά έως και 9 μέτρα, θεωρείται ακόμα και σήμερα ο ισχυρότερος που έχει συμβεί ποτέ στη Μεσόγειο. Το τσουνάμι του προκάλεσε καταστροφές σε πολλές παραλιακές πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου και μάλιστα θεωρείται ότι κατέστρεψε τον φάρο της Αλεξάνδρειας.

Μέχρι σήμερα ο σεισμός αυτός (που υπολογίστηκε στα 8,3 – 8,7 Ρίχτερ) θεωρείται ότι προήλθε από το δυτικό τμήμα της «ελληνικής τάφρου», εκεί όπου η αφρικανική πλάκα βυθίζεται κάτω από την πλάκα του Αιγαίου. Μια νέα μελέτη Ελβετών, Γερμανών και Αμερικανών επιστημόνων (που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο περιοδικό της Αμερικανικής Ενωσης Γεωφυσικής) έρχεται να αμφισβητήσει τη θεωρία αυτή, δίνοντας μια νέα εκδοχή, η οποία «ταιριάζει» με την περιγραφή του Μαρκελλίνου για το τσουνάμι στις ακτές της Αιγύπτου.
«Η επικρατούσα άποψη είναι ότι το επίκεντρο του σεισμού αυτού βρισκόταν δυτικά της Γαύδου, στο σημείο βύθισης της αφρικανικής πλάκας κάτω από το φλοιό του Αιγαίου», εξηγεί ο Χαράλαμπος Φασούλας, γεωλόγος στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο μόνος Ελληνας που συμμετέχει στη διεθνή επιστημονική ομάδα. «Η εκτίμηση αυτή βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανύψωση των νοτιοδυτικών ακτών της Κρήτης, από τα Φαλάσαρνα και τον Μπάλο έως και την Αγία Ρουμέλη και τον Πλακιά. Ομως υπάρχουν διάφορα σημεία που δεν συμφωνούν με αυτή την ερμηνεία για τη γένεση του σεισμού. Για παράδειγμα, στις γεωφυσικές μελέτες ή στις σεισμικές έρευνες που έγιναν τα τελευταία χρόνια στην περιοχή, δεν έχει χαρτογραφηθεί σε εκείνο το σημείο ένα τόσο μεγάλο ρήγμα, που να δικαιολογεί σεισμό άνω των 8 Ρίχτερ. Αντίθετα υπάρχει μια τεράστια ζώνη ενεργών ρηγμάτων, από το ρήγμα της Φαλάσαρνας έως τη ρηξιγενή ζώνη των Σφακίων, που θα μπορούσε να έχει δώσει τέτοια μεγέθη σεισμών».
Η διεθνής επιστημονική ομάδα, η οποία έχει παρουσία στην Κρήτη μέσω διαδοχικών ερευνητικών προγραμμάτων και διδακτορικών μελετών την τελευταία 20ετία, προσέγγισε την υπόθεση με έναν νέο τρόπο. Η ομάδα υπό τον καθηγητή Ρίτσαρντ Οττ, από το Γερμανικό Κέντρο για τη Γεωεπιστημονική Ερευνα (German Centre for Geoscience Research) συνέλεξε και χρονολόγησε με άνθρακα απολιθώματα θαλάσσιων οργανισμών (όπως κοράλλια και γαστερόποδα) από οκτώ διαφορετικές θέσεις στη νοτιοδυτική ακτή της Κρήτης, ενώ στα Φαλάσαρνα, την Παλαιόχωρα και τη Χώρα Σφακίων πραγματοποίησε επιπλέον εγκάρσιες δειγματοληψίες ιζημάτων. Παράλληλα, δημιούργησε δύο νέα μοντέλα για να προσομοιώσει την ανύψωση που θα μπορούσε να έχει προκαλέσει στην Κρήτη ένας σεισμός όχι από την ελληνική τάφρο, αλλά από τα ενεργά ρήγματα Φαλάσαρνας – Σφακίων και το είδος του τσουνάμι που θα δημιουργούνταν από αυτά.
«Καταλήξαμε σε μια νέα υπόθεση. Κατ’ αρχήν, ότι ο σεισμός του 365 μ.Χ. δεν ήταν τόσο ισχυρός όσο θεωρείται, αλλά ότι δεν ξεπέρασε τα 8 Ρίχτερ. Επιπλέον, ότι η ανύψωση των εδαφών της Δυτικής Κρήτης δεν έγινε με μιας, με τον σεισμό του 365 μ.Χ., αλλά σταδιακά, με μια σειρά ισχυρών σεισμών που προηγήθηκαν τους προηγούμενους αιώνες», λέει ο κ. Φασούλας. «Οσο για το τσουνάμι, η γένεσή του από έναν σεισμό στη ζώνη των ενεργών ρηγμάτων Φαλάσαρνας – Σφακίων ταιριάζει καλύτερα με τις ιστορικές περιγραφές. Αν είχε προκληθεί από τη βύθιση της αφρικανικής πλάκας, στην Αλεξάνδρεια θα είχε γίνει μια πολύ μικρή απόσυρση της θάλασσας και μετά η επιστροφή της με πολύ μεγάλα κύματα, όπως είδαμε πριν από λίγα χρόνια με το τσουνάμι στην Ινδονησία. Αντίθετα ένα τσουνάμι από τα ρήγματα της περιοχής θα προκαλούσε πρώτα πολύ μεγάλη απόσυρση της θάλασσας και μετά διαδοχικά κύματα, όπως περιγράφει ο Αμμιανός Μαρκελλίνος ότι συνέβη».
Σεισμικός κίνδυνος
Η αξία της συγκεκριμένης επιστημονικής έρευνας, πάντως, δεν αφορά μόνο το παρελθόν, αλλά και το μέλλον. «Αν μπορέσουμε να ερμηνεύσουμε τον μηχανισμό που προκάλεσε τις ανυψώσεις του εδάφους, αυτό θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε και τους ρυθμούς που επαναλαμβάνονται τέτοια ακραία γεγονότα και ποια ρήγματα συνδέονται με αυτά. Επομένως, θα μπορέσουμε να εκτιμήσουμε καλύτερα τον σεισμικό κίνδυνο που διατρέχει η Κρήτη και βέβαια όλη η Ανατολική Μεσόγειος», καταλήγει ο κ. Φασούλας.

24 Φεβρουαρίου 2021

Το κάστρο της Κελεφάς και η μονή Τσίγκου

Αντιπροσωπευτικά δείγματα της οχυρωματικής και μοναστηριακής αρχιτεκτονικής στη Μάνη

Βαγγέλης Στεργιόπουλος
Η μονή Τσίγκου, αφιερωμένη στο Γενέσιο της Θεοτόκου (πηγή: Γιάννης Τούντας)
Trending
Όμορφο χωριό της Αποσκιερής Μέσα Μάνης, το Οίτυλο, χτισμένο στην κορυφή υψώματος, κατέχει τη θέση της αρχαίας πόλης Οιτύλου (Βοιτύλου), που μνημονεύεται από τον Όμηρο.
Το Οίτυλο έχει υπέροχη θέα στον ιδιαίτερα γραφικό, κλειστό όρμο της περιοχής, όπου οι ταξιδιώτες συναντούν, από βορράν προς νότον, τρεις παραλιακούς οικισμούς: το Καραβοστάσι, επίνειο του Οιτύλου, το Νέο Οίτυλο, παραθεριστικό οικισμό με ωραίο ηλιοβασίλεμα, και το Λιμένι, το ιστορικό επίνειο της Αρεόπολης.
Σε λόφο πάνω από το Νέο Οίτυλο ορθώνεται το κάστρο της Κελεφάς, σε μικρή απόσταση από το ομώνυμο χωριό με τα πετρόχτιστα σπίτια.
Το κάστρο οικοδομήθηκε από τους Τούρκους τη δεκαετία 1660-1670, με τη σύμπραξη του μανιάτη πειρατή Λυμπεράκη Γερακάρη.
Η στρατηγικής σημασίας θέση του καθιστούσε δυνατή την εποπτεία της ακτογραμμής και (σε συνδυασμό με το κάστρο του Πασσαβά, νοτιοδυτικά του Γυθείου) τον έλεγχο των προσβάσεων προς το νότιο τμήμα της βραχώδους και άνυδρης χερσονήσου της Μάνης.
Το κάστρο της Κελεφάς αποτέλεσε έδρα της τουρκικής διοίκησης και φρουράς από το έτος κατασκευής του έως το 1685, αλλά και έδρα των Ενετών κατά τα έτη 1685-1715.
Σε απόσταση 6 χιλιομέτρων βόρεια από το Οίτυλο, σε μια τοποθεσία σπάνιας φυσικής ομορφιάς, είναι χτισμένη η μονή Τσίγκου.
Το μοναστηριακό συγκρότημα με τη φρουριακή μορφή και την ενδιαφέρουσα αρχιτεκτονική είναι αφιερωμένο στο Γενέσιο (Γενέθλιο) της Θεοτόκου.
Ως κτήτορας της μονής αναφέρεται ο Στέφανος Αλεξίου Κομνηνός, η δε αφιέρωση στο Γενέσιο της Θεοτόκου οφείλεται στην εικόνα της Παναγίας που είχε φέρει από την Τραπεζούντα στο Οίτυλο ο Νικηφόρος Κομνηνός το 1472.
Ο Στέφανος Κομνηνός αντιμετώπισε επιτυχώς την επίθεση των Οθωμανών κατά του Οιτύλου στις 7-8 Σεπτεμβρίου 1537 και έχασε τη ζωή του από ενέδρα το 1545, σε ηλικία μόλις 29 ετών.
Εξ όσων γνωρίζουμε από τις πηγές, ο Κομνηνός, μετά τη νίκη του επί των Τούρκων και θέλοντας να ευχαριστήσει την Παναγία για τη βοήθεια που του είχε προσφέρει, προέβη κατά τα έτη 1537-1540 στην ίδρυση ναού αφιερωμένου στο Γενέσιο της Θεοτόκου, όπως και στην οικοδόμηση οχυρωματικού περιβόλου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι Κομνηνοί του Οιτύλου ήδη από το 1537, πολλώ δε μάλλον μετά τον αιφνίδιο χαμό του κτήτορα της μονής, το 1545, είχαν αρχίσει να υιοθετούν την προσωνυμία Στεφανόπουλοι, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σταδιακά ο κλάδος των Στεφανόπουλων Κομνηνών.
Σύμφωνα με την επιθυμία που είχε εκφράσει ο κτήτορας του ναού στη διαθήκη του, στη θέση του οχυρού ιδρύθηκε μονή, με πρώτο μοναχό τον Παναγιωτάκη Στεφανόπουλο, γιο του Ιωάννη Νικολάου Στεφανόπουλου ή Τσίγκου (εξ ου και η ονομασία της μονής).
Η μονή Τσίγκου γνώρισε περίοδο ανάπτυξης από τα τέλη του 17ου αιώνα έως τα τέλη του 18ου αιώνα.

9 Φεβρουαρίου 2021

Ιστορία της Παλιάς Καρυούπολις

Περιληπτική παράθεση της ιστορίας διαχρονικά

Η χερσόνησος του Ταινάρου είναι πλούσια σε προϊστορικά ευρήματα, πράγμα που αποδεικνύει, την συνεχή ανθρώπινη παρουσία, και δραστηριότητα από την παλαιολιθική εποχή (Ταινάριος άνθρωπος).Τα σπήλαια, Καλαμάκια στο οποίο έγινε έρευνα από τον αρχαιολόγο Ανδρέα Ντάρλα, και τα γνωστότερα Απήδημα και Διρό, έχουν αποδώσει σπουδαία ευρήματα, που μας οδηγούν στην εξαγωγή συμπερασμάτων, για την γεωμορφολογική κατάσταση, αλλά και για τις δραστηριότητες των ανθρώπων την Παλαιολιθική και Νεολιθική εποχή.
Τα παράλια λοιπόν, στους ήμερους κόλπους, που σήμερα καλύπτονται από την θάλασσα ήταν πεδιάδες, πριν από το λιώσιμο των πάγων, και οι άνθρωποι ήταν κυνηγοί που ζούσαν σαν νομάδες, για να βρίσκουν τροφή και πρώτες ύλες, σκληρά πετρώματα για τα όπλα, και τα εργαλεία τους.
Κατοικούσαν μέσα σε ασφαλή σπήλαια και βραχοσκεπές, σίγουρα σε περιοχές, που είχαν εξασφαλίσει τροφή και νερό. Η περιοχή μας, καλύπτει αυτές τις προϋποθέσεις, έχει εφ΄ ενός αρκετό νερό, σπήλαια ή βραχοσκεπές σε αραιά δάση, αφ΄ ετέρου και κατά συνέπεια επάρκεια καρπών και ζώων. Ακόμη και να μην ήταν τόπος διαμονής, θα ήταν μέρος ημερήσιων εξορμήσεων του Ταινάριου ανθρώπου από τα σπήλαια των κοντινών ακτών, προς εξεύρεση της τροφής του.Ας αφήσω όμως την ομιχλώδη Παλαιολιθική και Νεολιθική εποχή, και να έλθω σε μια περισσότερο γνωστή περίοδο, επειδή υπάρχουν γραπτές αναφορές από τον Όμηρο, για τους χρόνους πριν από την επάνοδο των Ηρακλειδών. Αναφέρονται λοιπόν στο επικό του έργο, η Λάς, το λιμάνι του Μενελάου, και το Οίτυλο μεταξύ των άλλων πόλεων που προσέφεραν πλοία και στρατό στην εκστρατεία της Τροίας, (1200π.χ.) πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα, ότι όχι μόνο ήταν γνωστές αλλά και ακμάζουσες πόλεις, κατά συνέπεια ακμάζουσα και παραγωγική ήταν και η μεταξύ τους γεωγραφική περιοχή.Υπάρχουν και παλαιότερες αναφορές, για τους Διόσκουρους, Κάστορα και Πολυδεύκη όσον αφορά, την συμμετοχή τους στην Αργοναυτική εκστρατεία, για τον Ηρακλή, και την διένεξη του με τον Απόλλωνα, τον Τυνδάρεω και την Ελένη, τον Αχιλλέα, με γιο του Πύρρο, το φίλο του Πάτροκλο, και τον οικιστή της ομώνυμης πόλης, Λα. Οι τάφοι των Διόσκουρων εικάζεται, ότι είναι στην περιοχή της Καρδαμύλης, αλλά οι ίδιοι αναφέρεται απο τον Στράβωνα (Η΄ V3), ότι κατέλαβαν μετά απο πολιορκεία,την πόλη Λα, και για αυτό ονομάσθηκαν Λαπέρσες.
Αυτή η αναφορά, αποτελεί απόδειξη της επικοινωνίας, και της στενής επαφής των δύο πόλεων. Αβίαστα λοιπόν φανταζόμαστε ποία ήταν η διαδρομή που ακολουθούσαν, και μέσα από ποία περιοχή.Για τα ανωτέρω, μας ενημερώνει με αρκετές λεπτομέρειες ο Παυσανίας, στο έργο του Λακωνικά, που περιηγήθηκε στην περιοχή τον 2ομ.χ.αιώνα (ΧΙV.6-11, & XXV.1-10).

Στεριανή διαδρομή Παυσανία---- Ποταμός Σκύρας -----
Τα κείμενα αυτά είναι και η πρώτη περιγραφική γραπτή πηγή, που μας φωτίζει για την περιοχή. 
Πριν ερμηνεύσω τις εντυπώσεις του Παυσανία, θα παραθέσω την προσωπική μου άποψη, με όλο το σεβασμό στο έργο του περιηγητή. Οι περιγραφές του στα σημεία που μελέτησα είναι φτωχές και σύντομες, σε ότι αφορά την αποτύπωση των τόπων, τουλάχιστον αυτούς που δεν θεωρεί τόσο σημαντικούς, ή που δεν είναι τόσο εύκολο να τους επισκεφθεί. Εκεί περιορίζεται να παρουσιάζει θέσεις που του ανέφεραν άλλοι, ή στην καλύτερη περίπτωση, όπως τους είδε παραπλέοντας στις ακτές. Αντίθετα έχουμε αναφορές πολλών παραδόσεων, που χάνονται στο παρελθόν, και συμπεριλαμβάνονται στην μυθολογική περίοδο, ή σε γεγονότα παλαιότερα κατά 1200 και πλέον χρόνια, τα οποία δεν έχουν την αντικειμενικότητα που απαιτεί η ιστορία. Από τα γραφόμενα φαίνεται ότι κάποιες πόλεις επισκέφτηκε ίσως τις σημαντικότερες και με την ευκολότερη πρόσβαση, και για κάποιες άλλες, έγραψε από τις διηγήσεις των κατοίκων.
Ξεκινά λοιπόν το δισυπόστατο ταξίδι μου, πραγματικά από την μία, με κριτήριο τα σημερινά δεδομένα και νοητά από την άλλη σαν μέλος της ακολουθίας του περιηγητή, αφομοιώνοντας το παρελθόν, ούτως ώστε όσο είναι δυνατόν, να κατανοήσω να ερμηνεύσω, και να παρουσιάσω την πλησιέστερη στην πραγματικότητα άποψη.Μετά από το Γύθειο, ο περιηγητής φτάνει στην Λα, την οποία ορίζει σαφώς,(Τά δε εν δεξιά Γυθείου Λάς εστί,). Επειδή η απόσταση 40 στάδια (1 στάδιο=185 μέτρα) που αναφέρει, ταυτίζεται με την σημερινή θέση, που έχει αποδοθεί για την πόλη, έχουμε μία επιβεβαιωμένη αναφορά. Το συμπέρασμα είναι ότι πράγματι ο περιηγητής επισκέφτηκε την πόλη, άλλωστε έχουμε και μια αρκετά λεπτομερή παρουσίαση των μνημείων, του περιβάλλοντος χώρου, και της ιστορίας της. 
Φυσικό είναι να παρέμεινε εκεί λόγω της σημαντικότητας της περιοχής, και στην συνέχεια, δια μέσου του της σημερινής παραλίας Βαθύ, και του χωριού Αγερανού έφτασε στο Αεράινον, και κατέβηκε στις Καμάρες. Την πλέον εντυπωσιακή και σημαντική θέση στην περιοχή, από μορφολογικής πλευράς, κατέχει ο ποταμός Σκύρας, που εύκολα αποδυκνύεται. Μπορεί ο καθέ επισκέπτης να διαπιστώσει, ότι δεσπόζει στις εκβολές του, και δικαίως αποτελεί σημείο αναφοράς.
Στη συνέχεια, με στίγμα το ποτάμι, επιχειρείτε, προσδιορισμός απόστασης, για την πόλη Πύρριχο, (του ποταμού δε σταδίους τεσσαράκοντα απέχει Πύρριχος εν μεσογαία). Στην παράγραφο αυτή θα σταθώ και θα επισημάνω κάποιες, κατά την άποψη μου, γενικότητες. Πρώτον αναφέρεται με έμφαση, στο πόσο απέχει η πόλη, και όχι σε αυτή την ίδια, δεύτερον ότι βρίσκεται κάπου στα ενδότερα, και όχι σε συγκεκριμένη θέση, σε αντίθεση με την προηγούμενη παρουσίαση (Λάς εστί - απέχει Πύρριχος).
Η απόσταση δεν είναι σωστή, αν κάποιος σήμερα θελήσει να διανύσει πεζός την περιοχή ακολουθώντας τους φυσικά οριζόμενους δρόμους, θα διαπιστώσει ότι εκτός από το ότι είναι αρκετά κουραστικό, απέχει πολύ περισσότερο από 40 στάδια (7.400 μ.), ίσως και το διπλάσιο.
Δεν υπάρχει περιγραφή όπως στην Λα, παρά μόνο αναφορά στο «φρέαρ» της αγοράς. Αντίθετα εξαντλείται μία παράγραφος σε παραδόσεις των κατοίκων για την περιοχή.Με τα πάρα πάνω θέλω να καταλήξω στην πλέον πιθανή άποψη, να συνέχισε την περιοδεία του ο Παυσανίας από το Αεράινον στο Οίτυλο με πλοίο, και να γράφει βασιζόμενος σε διηγήσεις άλλων. Αν αυτό είναι αλήθεια, πιθανόν η θέση του Πύρριχου δεν είναι το χωριό Κάβαλος, όπως με επιφυλάξεις θεωρείται, αλλά κάποια άλλη τοποθεσία, που συγκεντρώνει καλύτερες προϋποθέσεις να κρατήσει το βάρος των παραδόσεων, που αναφέρονται στον Πύρριχο.Αξίζει εδώ να σταθώ στο φρέαρ και τον Σιληνό, που όπως αναφέρεται στην διήγηση, (δούναι δε σφίσι τον Σιληνόν νομίζουσι) προσέφερε το νερό σαν το πολυτιμότερο δώρο για την περιοχή. Μου είναι δύσκολο να φανταστώ ότι κάποιος σαν τον Σιληνό (το δεξί χέρι του Διονύσου),θα κατασκεύαζε ένα πηγάδι, και θα υστερούσε, ενώ αντιθέτως η σύζυγος του Ναιάς, προσέφερε την ομώνυμη πηγή, δείγμα θεϊκής απλοχεριάς στην περιοχή του Κότρωνα.
Τα πάρα πάνω πρόσωπα βέβαια είναι μυθικά, και αυστηρά επιστημονικά δεν αποτελούν ιστορικές αποδείξεις, το ένστικτο και η φαντασία μου, όμως επιτρέπει να εκφράσω τον συλλογισμό μου.
«Μήπως η Πύρριχος ήταν βόρια, και όχι νότια από την Αρέα;» Πολύ περισσότερο, όταν ακόμη και σήμερα, οι ντόπιοι κάτοικοι ονομάζουν τη βρύση της Δροσοπηγής, Σελινάρι(φημισμένο στούς παλιότερους γιά τό ιαματικό νερό του), και η ευρύτερη περιοχή της Καρυούπολης έχει αρκετά νερά, πραγματικά θείο δώρο για την ύπαρξη και την ανάπτυξη σημαντικών πόλεων.
Ένα άλλο σημείο είναι η τοποθεσία. Συνηθιζόταν τότε να κτίζονται οι πόλεις στην κορυφή λόφων,όπως για παράδειγμα η Λάς, γιατί λοιπόν να μην ίσχυε και στη σύγχρονή της Πύρριχο.Λάτρευαν οι Πυρρίχειοι την θεά Άρτεμιδα την Αστρατεία, υπάρχει στην Καρυούπολη περιοχή που λέγεται Αηστράτης, στα νοτιοανατολικά. Τιμούσαν τον Απόλλωνα τον Αμαζόνιο, και υπάρχουν κατάλοιπα γυναικείας εξουσίας, το σκαμνάκι της Βασίλισσας.
Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω, την περίοδο που δεν έχουμε τεκμήρια, πριν από τον 8ο π.χ. αιώνα η περιοχή του Ταινάρου φαίνεται ότι είχε σημαντική ιστορία για την εποχή. Κατοικείτο απο Μινύες, (πιθανόν μιά διαφοροποιημένη ομάδα των Μινωων),αρχαίο Ελληνικό φύλλο, απογόνους των Αργοναυτών. Ίσως και να οφείλει σε αυτούς το όνομα, που πολύ αργότερα, χρησιμοποίησε πρώτος ο Πορφυρογέννητος. Κατά τον 8ο π.χ. αιώνα, άρχισαν να επανακαμπτουν και στην Ταινάρια περιοχή, οι Δωριείς, και να επεκτείνονται οι Σπαρτιάτες στην χερσόνησο του Ταινάρου.
Η μετοίκηση αυτή δεν είχε χαρακτήρα κατάκτησης αλλά συνύπαρξης, μπορεί λόγω έλλειψης οικονομικού ενδιαφέροντος, ή αδυναμίας επιβολής, πράγμα σύνηθες για τον τόπο και τους κατοίκους. Το αποτέλεσμα ήταν να υπάγονται για τα επόμενα χρόνια οι κάτοικοι της Μάνης στην Σπάρτη ως Περίοικοι, έχοντας όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αναλογούν.
Μεγάλες μετακινήσεις στην περιοχή από Σπαρτιάτες άρχισαν ξανά την εποχή της τυραννίας, όταν την εξουσία πήρε ο Νάβις, και συνεχίστηκαν μέχρι την δημιουργία του Κοινού των Ελευθερολακώνων τις παραμονές της Ρωμαϊκής κυριαρχίας.Κατέφυγαν τότε στην περιοχή οι αντιφρονούντες, μετά από τους διωγμούς του Νάβιδος, και εξ αιτίας των συνεχών πολέμων, μέχρι την Ρωμαϊκή κυριαρχία, έβρισκαν καταφύγιο, στην απρόσιτη περιοχή του Ταινάρου, όχι μόνο Σπαρτιάτες, αλλά και πολλοί άλλοι. Αποτέλεσμα των μετακινήσεων αυτών, ήταν να εμπλουτισθεί η περιοχή με Σπαρτιάτες από τις ανώτερες αριστοκρατικές τάξεις, κυρίως η Λάς, που ήταν η απαρχή μαζί με το Γύθειο, της κατοπινής ανάπτυξης την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας.
Σε αυτό βέβαια συνετέλεσε και το ότι οι πόλεις του Κοινού όχι μόνο θεωρούντο φίλιες από τους Ρωμαίους, αλλά συγγενικές, επειδή πίστευαν ότι από εκεί έλκουν την καταγωγή τους.
Η ιστορία συνεχίζεται, και η Μάνη ακολουθεί τις εξελίξεις, άλλοτε στην σκιά και άλλοτε στο προσκήνιο. Ακμή και παρακμή της ισχυρής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μεταφορά της πρωτεύουσας, στην (Νέα Ρώμη) Κωνσταντινούπολη εξάπλωση του Χριστιανισμού, εξέλιξη και πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Από την εποχή του Μεγάλου Θεοδοσίου ξεκινά ένας διωγμός εναντίον οτιδήποτε Εθνικού (Ελληνικού), προς όφελος της νέας θρησκείας, που συνεχίζεται με μεγαλύτερη ένταση, επί αυτοκράτορα Αρκαδίου. Τότε καταστρέφεται κάθε Ελληνική (Εθνική) ανάμνηση στην Πελοπόννησο (Ολυμπία, Σπάρτη κ.λ.π.). Το χειρότερο είναι ότι χρησιμοποιήθηκαν, σαν σύμμαχοι για επίτευξη του στόχου, και οι ορδές των Βανδάλων, με την υποστήριξη του Βυζαντίου.
Οι Βάνδαλοι όμως, αναπτύχθηκαν, συγκρότησαν κράτος, και με αρχηγό τον ικανό Γιζέριχο, επιτέθηκαν στην περιοχή του Ταινάρου. Οι Ελευθερολάκωνες, όμως μετά από σθεναρά αντίσταση δεν επέτρεψαν στον Γιζέριχο να υλοποιήσει το σχέδιο του, που αποχώρησε άπρακτος μετά από μεγάλες απώλειες.
Το γεγονός δείχνει ότι στη Μάνη υπήρχαν ισχυρές πόλεις που μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αρκετούς και ικανούς πολεμιστές. Παρ όλα αυτά όμως μέσα στους δύο επόμενους αιώνες, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, κυρίως λόγω του καταστροφικού σεισμού, και των συνεχών επιδρομών, σταδιακά εγκαταλείφθηκε και κατεστράφη όλο το παράλιο οικοδομικό σύστημα. (Βάνδαλοι, Σλάβοι, Άραβες, Άβαροι, Σαρακηνοί κ.α.) Ο φόβος των επιδρομών από τα παράλια, ήταν η αιτία να οδηγηθούν οι κάτοικοι σε ορεινές και ασφαλέστερες τοποθεσίες.
Έτσι το σκηνικό αλλάζει, από την μία η ανάταση της νίκης επί των Βανδάλων, αλλά και η ανάγκη για οχύρωση από τους επιδρομείς, απο την άλλη έχουν σαν αποτέλεσμα την δημιουργία, οχυρών τοποθεσιών στην ενδοχώρα, κυρίως στην μέσα Μάνη που είναι από το φυση προφυλαγμένη, έως και απροσπέλαστη.
Η Πελοπόννησος όλα αυτά τα χρόνια, εγκαταλείπεται από την αυτοκρατορία .
Γίνεται λοιπόν, προορισμός για επιθετικές ή ειρηνικές δραστηριότητες, από διάφορα φύλλα που δέχονται πιέσεις, ή έχουν επεκτατικές διαθέσεις. Καταφύγιο παραμένει η Μάνη που όπως φαίνεται αποτελεί τον πυρήνα της άμυνας, και την ελπίδα της αυτοκρατορίας.Τον 6ο αιώνα, το Βυζάντιο επί Ιουστινιανού βρίσκεται σε άνθιση και επεκτείνεται σε όλη την Μεσόγειο.
Την Μάνη επισκέπτεται ο Βελισάριος, συνοδευόμενος από τον ιστορικό Σταυράκιο,(που γράφει γι αυτό), με σκοπό να στρατολογήσει άνδρες. Αποτελεί λοιπόν η περιοχή βάση ανεφοδιασμού για την αυτοκρατορία, σε έμψυχο υλικό, και κατά συνέπεια θεωρείται σημαντική, αποκομίζοντας τα ανάλογα οφέλη.Οι παραπάνω δραστηριότητες όμως, προϋποθέτουν μία σωστά οργανωμένη διοίκηση, με την συμμετοχή Βυζαντινών αξιωματούχων.
Τότε πιθανόν εγκαταστάθηκαν σε περιοχές της Μάνης οι οικογένειες που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην μετέπειτα ιστορία Τότε πρέπει να μετοίκησαν κλάδοι Βυζαντινών οικογενειών όπως οι Κοντόσταυλοι. Από τις αρχές του 7ου αιώνα αρχίζει η εγκατάσταση των Σλάβων, (Εζερίτες, Μελλιγοί) στην Λακωνία. Τα γεγονότα εξελίσσονται αρνητικά για την περιοχή, μέχρι το τέλος του 8ου αιώνα οπότε αναθερμαίνεται το ενδιαφέρον του Βυζαντίου για την Μάνη.
Η πολιτική του αυτή υλοποιείται από τις αρχές του 9ου αιώνα, με συγκεκριμένες κινήσεις στρατηγικής σημασίας. Κατ αρχήν εμπλουτίζεται η Μάνη, με νέους πληθυσμούς από διάφορες επαρχίες της αυτοκρατορίας, την Θράκη τον Πόντο και άλλες, με βασική προϋπόθεση το ισχυρό θρησκευτικό συναίσθημα, για τον περιορισμό της εξάπλωσης αφ ενός, και τον εκχριστιανισμό των Σλαβικών φύλλων αφ ετέρου. Όσον αφορά την διοίκηση, έχει προηγηθεί η ίδρυση του Θέματος της Πελοποννήσου επί αυτοκράτορος Νικηφόρου Α΄.
Σύμφωνα με νεώτερες μελέτες, η θεωρία περί ειρηνικής εισβολής Σλάβων αρχίζει και κλονίζεται. Βέβαια μετακινήσεις πληθυσμών υπάρχουν αλλά όχι σε τόσο μεγάλο ποσοστό ώστε να επηρεάσουν την ομοιογένεια της περιοχής. Τά φύλλα που μετοίκησαν περισσότερο μοιάζουν με Βλάχους Αρβανίτες ή Βλαχοαρβανίτες, δηλαδή πρόκειται περί ελληνικών φύλλων ορεσίβιων, που πιεσμένοι από την επέκταση τών βορείων, και ειδικότερα τών Βουλγάρων αναζήτησαν νοτιότερα βοσκοτόπια.
Οί Εζερίτες και οι Μελλιγοί δεν ήταν άλλοι από τούς απογόνους τών Ελευθερολακώνων που αναζήτησαν ώς συνήθως τήν σωτηρία και την επιβίωση τούς στίς ορεινές πλαγιές του Ταυγέτου οι Μελιγγοί, και στην ελώδη πεδιάδα του Έλους οι Εζερίτες. Τα ονόματα πήραν από τα χαρακτηριστικά τών περιοχών που κατοικούσαν, οί μέν από το Μήλιγξ, που σημαίνει κρόταφος, πλαγιά βουνού, και οι δέ από τίς προσχώσεις τού ποταμού Ευρώτα (έζω+ροή).
Έχοντας σαν υπόβαθρο τα προηγούμενα στην συνέχεια σχεδιάζεται, και υλοποιείται σταδιακά, ο δυναμικός τρόπος που θα αντιμετωπισθούν οι Σλαβοι με την δημιουργία θρησκευτικών και στρατιωτικών πυρήνων σε επιλεγμένα στρατηγικά σημεία Ονομασία περιοχής στους ανατολικούς πρόποδες του λόφου της Καρυόπολης «Φιλαδέλφεια» παραπέμπει στην ομώνυμη πόλη της Περγάμου σημερινή Alasehir, και καταδεικνύει, ότι επακόλουθο της μετανάστευσης, ήταν και η μεταφορά τοπωνυμίων. Κατά την εποχή αυτή φαίνεται, ότι εγκαταστάθηκε στη Μάνη, κλάδος της ιστορικής οικογένειας των Φωκάδων με καταγωγή την Καππαδοκία, μεγάλη Βυζαντινή επαρχία στη Μικρά Ασία
Από αυτή την οικογένεια, αναδείχθηκαν πολλοί και άξιοι άνδρες, κυρίως στον στρατιωτικό τομέα.
Για μεγάλο διάστημα, κατείχαν επάξια, σημαντικά αξιώματα στον στρατιωτικό και διοικητικό τομέα καθορίζοντας τις εξελίξεις στην αυτοκρατορία .
Ο Βάρδας Φωκάς, ήταν πατέρας του Νικηφόρου, στρατηγός και διοικητής του θέματος Ανατολικών.
Ο Νικηφόρος Β΄ Φωκάς 963-969μ.χ. που έφτασε στο ανώτατο αξίωμα, του αυτοκράτορα στέφθηκε αφού παντρεύτηκε την σύζυγο του αυτοκράτορα Ρωμανού Β΄ μετά τον θάνατό του, την Θεοφανώ. Ήταν ο χαρακτήρας που συνδύαζε αρμονική την στρατιωτική ικανότητα αφ ενός, με την Χριστιανική απλότητα και μετριοφροσύνη αφ ετέρου. Αλώστε είχε αποκτήσει μεγάλη πείρα στα στρατιωτικά, λόγω των συνεχών πολέμων εναντίον των Αράβων, από τους οποίους επανέκτησε και την Κρήτη το 961μ.χ.και επέκτεινε τα σύνορα του Βυζαντίου πέρα από τον Ευφράτη, μετά από σημαντικές νίκες στην Συρία. Στις επιχειρήσεις για την πολιορκία και την τελική πτώση της Αντιόχειας, συνέβαλλε ο Πέτρος Φωκάς.
Ο Νικηφόρος υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Βυζαντινούς αυτοκράτορες, μεγαλόπνοος ηγέτης και ένθερμος οραματιστής της παγκόσμιας ακτινοβολίας της αυτοκρατορίας.Ένα καθοριστικό μέτρο σε ότι αφορά τα θέματα της εκκλησιαστικής διοίκησης, είναι το διάταγμα 964μ.χ., που απαγορεύει την ίδρυση μοναστηριών παρά μόνο σε έρημα μέρη για παράδειγμα το Άγιο Όρος. Πιθανόν με βάση αυτό το διάταγμα να ιδρύθηκε μονή και στην Καρυόπολη, που αποτέλεσε τον βασικότερο άξονα στον εκχριστιανισμό των Σλάβων, βοηθούμενο και με στρατιωτική δύναμη.
Η Καρυόπολις υπάρχει αυτήν την περίοδο, σύμφωνα με την μαρτυρία του μοναχού Νικήτα στο μοναδικό έργο του «Βίος του Οσίου Φιλαρέτου». Επακριβώς αναφέρεται στο τέλος του κειμένου, ότι έγραψε, « εν εξορία ων εν Πελοπονήσσω εν Καρυουπόλει» . Ο Όσιος Φιλάρετος από την Άμνια της Παφλαγονίας, ήταν παππούς του Νικήτα και της εξαδέλφης του Μαρίας, που έγινε σύζυγος του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΣΤ΄.Στην Καρυόπολη έμεινε για ένα χρόνο, για τον λόγο που προαναφέρθηκε, πράγμα που επιδέχεται πολλές αμφιβολίες. Είναι πράγματι δύσκολο να δεχθούμε ότι ένα μέλος από το στενό κύκλο των αυλικών, που είχε και την ιδιότητα του μοναχού, εξορίστηκε στην Καρυόπολη και παρέμεινε μόνο ένα χρόνο. Εκτός αυτού ο μοναχός Νικήτας δεν έχει να παρουσιάσει άλλο συγγραφικό έργο, εκτός από το προαναφερθέν.
Εξετάζοντας λοιπόν την θρησκευτική και πολιτική κατάσταση της εποχής (επικίνδυνη ανάπτυξη Σλάβων στην περιοχή),διαπιστώνουμε ότι υπάρχει ουσιαστικός κίνδυνος, να χαθεί μία σημαντική βάση της αυτοκρατορίας, όσον αφορά τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων.Επομένως ο Νικήτας, πιθανόν και άλλοι, αποτελεί το όργανο για την υλοποίηση ενός μεγαλεπήβολου, και απορρήτου σχεδίου, για να αποτραπούν τα ανωτέρω, όπως και έγινε.Το σχέδιο προέβλεπε την ανακοπή των Σλάβων για την ακρίβεια (Σκλάβων) και τον εκχριστιανισμό τους, με κάθε μέσο, ούτως ώστε στη συνέχεια να επεκταθεί η απόλυτη κυριαρχία των Βυζαντινών σε όλη την Πελοπόνησσο.
Το εν λόγω σχέδιο περιλαμβάνει ακόμη, την ίδρυση Θέματος Πελοπονήσσου, την ευρεία μεταφορά πληθυσμών, από Βυζαντινές επαρχίες, κυρίως από τον Πόντο, την ίδρυση επισκοπής Μαίνης, και τους πολέμους κατά των Αράβων. Αργότερα θα ακολουθήσουν οι πόλεμοι κατά των Βουλγάρων στην Κεντρική Ελλάδα. Στην αποστολή του λοιπόν ο Νικήτας είχε το ρόλο του παρατηρητή, ούτως ώστε να παρουσιάσει την υφιστάμενη κατάσταση, και να ληφθούν οι απαραίτητες αποφάσεις.
Την επίτευξη των στόχων, τουλάχιστον από θρησκευτικής πλευράς ολοκλήρωσε ο Όσιος Νίκων ο Μετανοείτε, με την ιεραποστολική του δράση στην περιοχή, μετά δύο αιώνες.
Φυσικά δεν υπήρχε καμία ανάγκη, να γίνουν Χριστιανοί οι ντόπιοι κάτοικοι, ήταν ήδη πριν από πολλούς αιώνες, όπως μαρτυρούν, οι παλαιοχριστιανικές εκκλησίες, που είναι διάσπαρτες, γνήσια αρχιτεκτονικά και πολιτιστικά στολίδια για την Μάνη. Το ζητούμενο ήταν, να καταστούν ακίνδυνα τα ξένα φύλλα, πράγμα το οποίο έγινε, με σκληρό κατά την άποψη μου τρόπο, κάτω από την κάλυψη του μανδύα του εκχριστιανισμού.Όλα τα παραπάνω προετοίμασαν το έδαφος και αποτέλεσαν την αφετηρία, για την δημιουργία και ακμή του Δεσποτάτου του Μορέως στο Μιστρά, τα επόμενα χρόνια.
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ο ρόλος της Καρυόπολης, την οποία ο Νικήτας βρήκε όχι μόνο υπάρχουσα και ακμαία (δεν θα την διάλεγε διαφορετικά) αλλά και σε στρατηγική θέση ούτως ώστε να διαδραματίσει τον ρόλο που έπρεπε. Και ο ρόλος της ήταν, να είναι το κέντρο επιχειρήσεων, μέχρι και την εποχή του Νίκωνος. Αυτή την άποψη συμμερίσθηκαν αργότερα και οι Παλαιολόγοι, και απέκτησε επί των ημερών τους την μεγαλύτερη της αίγλη, λόγω της στρατηγικής θέσης που καταλαμβάνει .
Πιθανόν ιδρύθηκε μετά την επίθεση των Βανδάλων, ίσως σε ερείπια αρχαιότερης πόλης, και αν προσπαθήσω να ερμηνεύσω την ονομασία της, σύμφωνα με τον ρόλο που έπαιξε, το λατ.
Carus (=εποπτεία, φροντίδα, κηδεμονία) + Πόλις ταιριάζει γάντι. Το ότι έγινε σύνθεση Λατινικής και Ελληνικής λέξης δεν με ξενίζει, διότι στις αρχές του 7ου αιώνα καθιερώθηκε στο Βυζάντιο η Ελληνικά γλώσσα, επί Ηρακλείου. Πεντακόσια χρόνια αργότερα αναφέρεται και σαν Κρανούπολις σε επιγραφή που βρίσκεται στο μουσείο Σπάρτης. Αργότερα τέλος του 9ου αιώνα, βαφτίζεται και (η) περιοχή του Ταινάρου «Κάστρο Μαίνης», όταν πλέον το ενδιαφέρον του Βυζαντίου φανερώνεται επισήμως.
Η μικρή περίοδος της Φραγκοκρατίας (1204-1262), αν και άφησε τα σημάδια της, λόγω της αγριότητας, μέχρι και Καθολικούς επισκόπους όρισαν, δεν μπόρεσε να ανακόψει την πορεία της περιοχής αντιθέτως την ευνόησε, με το κτίσιμο δύο σημαντικών κάστρων.Του κάστρου στο Μιστρά κατ αρχήν το 1249μ.χ. , και στη συνέχεια, μετά τέσσερα χρόνια, του κάστρου στον Πασσαβά 1254μ.χ. τα οποία όμως δεν πρόφθασαν να χαρούν, γιατί πέρασαν στους Παλαιολόγους μετά το κτίσιμό τους. Βέβαια η Φραγκοκρατία δεν είχε καμιά τύχη στην περιοχή τής Μάνης.
Αυτό οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ανεξαρτησία των κατοίκων, ακόμη και ο ορισθείς καθολικός επίσκοπος αναγκάσθηκε να εγκαταλείψη την περιοχή. Η φράγκικη κατοχή περιορίσθηκε στην Βαρωνεία του Πασσαβά, ασχέτως τού Χρονικού του Μορέως που αναφέρει ότι ο Βιλεαρδουίνος επέρασε τόν Πασσαβά και επήγε στην Μαίνη. Δεν αμφισβητώ τό ότι επήγε, αλλα είναι σίγουρο πώς δεν έμεινε, και κατά πάσαν πιθανότητα δεν ίδρυσε ούτε κάστρο, τό περιβόητο Κάστρο τής Μαίνης. Περισσότερη έμφαση έδωσαν οι Φράγγοι να φυλάξουν τα κεκτημένα τής περιοχής τού Πασσαβά.
Γιά αυτό τόν λόγο υπήρχε προκεχωρημένο φυλάκιο με φρουρά στην πρόσβαση πρός Μάνη την περιοχή του στενού τής Λαγκάδας. Η περιοχή ακόμη και σήμερα ονομάζεται Φράγκα, και εκτός αυτού υπάρχει τό οικογενειακό όνομα Ντε-μίρος μοναδικό στην Μάνη και εγκατεστημένο στην συγκεκριμένη περιοχή. Εκτός από αυτά η ρεματιά που ξεκινά ακό την Καρυούπολη και περνά από την Λαγκάδα έχει τό όνομα Όρειαχα που θυμίζει οριογραμμή,σύνορο, και η ονομασία του ξεμονιού είναι Σταμάτα, δηλώνει πώς οι Μανιάτες σταματούσαν εκεί, στο μοναστήρι του Γκρεμού.
Τό φυλάκιο ενοείται προστάτευε τούς Φράγκους από τούς Μανίατες. Οσο γιά τό όνομα Πασσαβάς θα τολμήσω μιά ερμηνεία διαφορετική αλλά λογικότερη τών υπαρχουσών.
Ονομάσθηκε έτσι από τόν Αβά και το παλιό όνομα τής περιοχής, αβάς τής Λάσσα=Λάσσα+αβάς, και από παραφθορά, προφορική ή γραπτή (είναι συνήθης στό χρονικό τού Μορέως)Πασσαβάς.
Αυτή την περίοδο πιθανότατα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μέλη της οικογενείας των Μεδίκων και των Κομνηνών.
Μετά την Φραγκοκρατία ξεκινά μία λαμπρή περίοδος για το Δεσποτάτο, που αποτελεί την χρυσή εποχή σε όλους τους τομείς, για τα επόμενα διακόσια και πλέον χρόνια. Με διοικητικό, αλλά και πολιτιστικό κέντρο τον Μιστρά, η Ταινάρια χερσόνησος ανθεί. Συμπεριλαμβάνεται άλλωστε, στην επικράτεια των Παλαιολόγων, που αναγνωρίζουν τη νομοτελειακή συμμετοχή της, στην δημιουργία, και την αίγλη του Δεσποτάτου.
Η Καρυόπολις, που αποτελεί πλέον επισήμως έδρα Επισκοπής, είναι ο τοποτηρητής μεταξύ των δύο θαλασσών, του Λακωνικού και του Μεσσηνιακού κόλπου και συγχρόνως τό σύνορο μεταξύ της Ταινάριας και της Λακωνικής περιοχής. Απόδειξη της ουσιαστικής σημασίας της είναι ότι έκτός από τον επίσκοπο εδρεύει και Στρατοπεδάρχης διορισμένος από τους Παλαιολόγους με φρουρά.
Αυτό αποδεικνύει με την ύπαρξή του ο Πύργακας (πύργος των Παλαιολόγων) και οι εκκλησίες, που η χρονολόγηση τους από τον καθηγητή Δρανδράκη δείχνει σαφώς τον χρόνο της ανάπτυξης.
Κτίσθηκε λοιπόν ο Άγιος Νικόλαος (τέλη 13ου) και ο ΄Αγιος Γεώργιος (αρχές 15ου), που χρησιμοποιήθηκε σαν Επισκοπικός ναός, για αυτό και αρχιτεκτονικά προσπαθεί να μεταδώσει μεγαλοπρέπεια.
Θαλάσσια και στεριανή διαδρομή Κυριάκου Ανγκωνίτη------Ποταμός Σκύρας------
Τα παραπάνω επικυρώνει, σαφέστατα και ο λόγιος περιηγητής Κυριάκος από Ανκόνα. Στις 15 Οκτωβρίου του1447μ.χ αποβιβάσθηκε στο Οίτυλο ερχόμενος από την Κορώνη, με πλοίο που καπετάνιος του, ήταν ο Ιωάννης Ρουσέας από το χωριό Δρύ. Τα κείμενα βεβαίως έχουν ένα λόγιο χρώμα, αλλά πιστεύω ότι είναι αντικειμενικά, επειδή βασίζονται σε προσωπικές εντυπώσεις του συγγραφέα, μέσα από περιοδείες κουραστικές πολλές φορές πράγμα που εκφράζεται με δυσφορία, και στο γραπτό.
Σημαντικές μαρτυρίες είναι ακόμη, όσα έχουν σχέση με την κοινωνική ζωή των κατοίκων, τις καλλιέργειες της περιοχής, την πολεοδομική διάταξη των πόλεων, μέχρι και τους εθιμικούς αθλητικούς αγώνες δρόμου, απο την αρχαία εποχή (Androdromon Pentastadium), σε ελεύθερη μετάφραση δρόμος χιλίων μέτρων ανδρών.Εξ ίσου ενδιαφέρουσες και διαφωτιστικές είναι οι επισκέψεις του στις αρχαίες πόλεις, με καταγραφές στοιχείων, από δομικά απομεινάρια, επιγραφές, και μαρτυρίες κατοίκων.
Στο Οίτυλο βρίσκει τον Ιωάννη Παλαιολόγο, που του παρέχει την δέουσα φιλοξενία, και τις προϋποθέσεις φαντάζομαι για τις περιοδείες του. Από εκεί με το ίδιο πλοίο, φτάνει στο χωρίο του καπετάνιου Δρύ, και για δύο μέρες επισκέπτεται την Χαριά και περιοδεύει τα γύρω χωριά με τα πόδια, περιγράφοντάς τα, και καταγράφοντας σημαντικά πολιτιστικά στοιχεία από τις εντυπώσεις του.
Τα αρχαία απομεινάρια, είναι διάσπαρτα, συνήθως χρησιμοποιημένα σε νέα κτίσματα.
Ο περιηγητής σχεδιάζει, ανάμεσα στην γραπτή αφήγηση του, πολλές εικόνες με τόπους, οικοδομήματα, και αντικείμενα, με σκοπό να τα αποδώσει με περισσότερη σαφήνεια.
Η μαγεία των παραδόσεων της άκρης του Ταινάρου, τον οδηγούν ακτοπλοϊκώς στην Κυπάρισσο, που ονομάζεται έτσι από τους κατοίκους αλλά, δεν είναι άλλη από την σημαντικότερη αρχαία πόλη με την ονομασία, Πόλη τουΤαινάρου ή (Καινήπολις). Καταγράφονται εδώ πολλές χαραγμένες επιγραφές, (επιγράμματα) και το ταξίδι συνεχίζεται στις 20 Οκτωβρίου μέχρι το Πόρτο Κάγιο δίπλα στο χωριό Chorasia.
Ανάλογη της λόγιας φύσης του είναι η περιγραφή, και οι παραδόσεις, για τoν Ηρακλή τον Κέρβερο και την σπηλιά του Άδη, που επισκέφτηκε με την συντροφιά κατοίκων από το χωριό Porasia.
Ακολουθεί η επιστροφή στο χωριό Δρύ, και αρχίζει την εμομένη, ο δεύτερος κύκλος της περιοδείας του στις ανατολικές ακτές του Ταινάρου.Το σκέλος αυτό είναι αποκλειστικά πεζοπορία και μάλιστα, κατά την άποψη του περιηγητή αρκετά δύσκολη.
Αφού διασχίζει κατά μήκος τις ακτές του Μεσσηνιακού, από το φυσικό χώρισμα που οδηγεί σε μία εύφορη κοιλάδα με πολλά χωριά, έχει οπτική επαφή με την παραλιακή πόλη της Amathea.
Σημαντικό είναι να σχολιασθεί ότι, στο σημείο αυτό αφιερώνεται, μεγάλο μέρος της συγγραφής, σε προσωπικές παρατηρήσεις και σχόλια, για δραστηριότητες των κατοίκων καθώς και ειδυλλιακή παρουσίαση της κοιλάδας.
Σε κάποιο σημείο δε που ξεπηδούσε μέσα από φυσικούς βράχους, γίνονταν οι αγώνες που προανέφερα, οι οποίοι περιγράφονται με μεγάλη λεπτομέρεια. Το ότι αναφέρεται σε κοιλάδα, που προϋποθέτει την ύπαρξη ποταμού, με αρκετά χωριά από ελιές, με οδηγεί να πιστεύω, ότι περιγράφει την ευρύτερη περιοχή, που περιβάλλει την Καρυούπολη.
Το επόμενο μέρος που επισκέπτεται, είναι η περιοχή γύρω από τον Κότρωνα.
Εδώ περιγράφει χωριά με κάστρα, στην απέναντι πλευρά από το ακρωτήριο, που αποτελεί μία μορφή φυσικής οχύρωσης, και χωριά με λουλουδιασμένα περιβόλια πάνω σε αυτό.
Σημαντικότερο το κάστρο στην ακρόπολις της Colochithea, που έχει το ίδιο όνομα με την πόλη, και είναι κτισμένο σε πέτρινη κορυφή από όψιμες γενιές. Από την Amathea έρχεται στην Καρυόπολη ένα χωριό της αρχαίας Ασίνης, όπως αναφέρει όπου και συναντά τον Γεώργιο Σολιανο (Solianum Georgi), ο οποίος ήταν στρατοπεδάρχης διορισμένος από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο δεσπότη του Μιστρά.
Ο Κυριάκος φιλοξενήθηκε εκεί και την επομένη, συνοδευόμενος από τον Γεώργιο Σολιανο επισκέφτηκαν την αρχαία και κατεστραμμένη πόλη της Ασίνης.
Τοποθετεί την Ασίνη στις ακτές του Λακωνικού κόλπου, και διαπιστώνει ελάχιστα απομεινάρια να θυμίζουν την μεγάλη πόλη, κυρίως από λουτρά που οι ντόπιοι τα ονόμαζαν “camaras”.
Εδώ πρέπει να εξηγήσω ότι η Ασίνη ακμάζουσα πόλη της αρχαιότητας βρισκόταν στην Αργολίδα κοντά στο σημερινό Τολό, αλλά κατεστράφη από τους Αργείους.Σύμφωνα με τον Παυσανία, (VII .4) κατά τον 8ο π.χ. αιώνα όταν βασιλιάς στην Σπάρτη ήταν ο Νικανδρος γιος του Χαρίλαου από το γένος των Ευρυποντιδών, και δεύτερος βασιλιάς ο Τήλεκλος από το γένος των Αγιαδών, ξέσπασε πόλεμος στην Αργολίδα, μεταξύ των Λακεδαιμόνιων και των Αργείων.
Οι κάτοικοι της Ασίνης ήταν σύμμαχοι των Σπαρτιατών και μετά από τις εχθροπραξίες, όταν οι Σπαρτιάτες έφυγαν, κατεστράφη η πόλη τους σαν αντίποινα από τους Αργείους.
Οι Ασίνηοι που απέμειναν, μετά από αυτό αποβιβάστηκαν στα πλοία, και εγκατέλειψαν οριστικά την πόλη τους. Το πιθανότερο συμπέρασμα είναι, σε αυτή την δύσκολη θέση να ζήτησαν την βοήθεια των συμμάχων τους, και να την έλαβαν, με την μορφή παραχώρησης γης, για να ιδρύσουν καινούργια πόλη.
Η τοποθεσία που φαίνεται να ήταν κτισμένη η πόλη είναι η περιοχή από Καμάρες μέχρι Σκουτάρι. Απέμειναν όμως ελάχιστα, λόγω του ισχυρού σεισμού που έπληξε όλη την περιοχή το 375μ.χ.και είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τις παραθαλάσσιες πόλεις του Λακωνικού, προκάλεσε ακόμη και τον καταποντισμό του Γυθείου.Υπάρχουν αρκετές μαρτυρίες ψαράδων, που αναφέρουν ότι κοντά στη στεριά ανοικτά από το Γύθειο, τον Κότρωνα και γιατί όχι και το Σκουτάρι υπάρχουν ερείπια κτισμάτων.Γεγονός είναι ότι, αναφέρεται επισκοπή Ασίνης. Αλλά και κατά τον Στράβωνα (Η΄ V2), στήν θαλάσσια διαδρομή του, απο Ταίναρο μέχρι Μαλέα, καταγράφονται διαδοχικά οι πόλεις ,Ψαμαθούς, Ασίνη, Γύθειον.Σε αυτό το σημείο αφήνουμε τον περιηγητή, που συνέχισε το ταξίδι του στο Γύθειο, και από εκεί δια μέσου της πόλης Arcasa, στο δεσποτάτο του Μιστρά που συνάντησε τον φίλο του Πλήθωνα Γεμιστό.
Πράγματι αυτή την περίοδο η Καρυόπολις είναι στην ανώτερη ακμή της όπως και όλη η Μάνη μέχρι και την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους.Το γεγονός της άλωσης, έχει σαν συνέπεια την αποδυνάμωση του Μιστρά και την πτώση του, που προσφέρει όμως στο Ταίναρο νέους πληθυσμούς. Η Μάνη είναι ξανά τόπος συγκέντρωσης μισθοφόρων, με αποτέλεσμα ο Πασσαβάς να περάσει σε Ελληνικά χέρια πολύ σύντομα, και αφού αποτέλεσε ειδική περιοχή, να αναπτυχθεί αλματωδώς.Ακολουθεί η περίοδος των Ενετοτουρκικών πολέμων, με την Καρυούπολη Ενετικό κάστρο, μέχρι που παραχωρείται στους Τούρκους το 1480μ.χ. και παραμένει χωριό με το ίδιο όνομα, συγκεντρώνοντας σαν πυρήνας τους γύρω συνοικισμούς.
Το τέλος του 15ου αιώνα εμφανίζεται για πρώτη φορά η Κελεφά, που αναπτύσσεται σύντομα πράγμα αρκετά φυσικό. Αναλύοντας γεωγραφικά τον χώρο, και εξετάζοντας τις συνθήκες, διαπιστώνουμε ότι οι Τουρκοκρατούμενες περιοχές, έστω και χαλαρά, είναι στην Κάτω Μάνη, δηλαδή Πασσαβάς, παράλια, Γύθειο και η υπόλοιπη Λακωνία.
Η βάση ορμητήριο λοιπόν είναι η Ταινάρια χερσόνησος, που είναι εκτός Οθωμανικής κυριαρχίας, και οι κινήσεις παντός είδους έχουν κατευθύνσεις, από τα νότια προς τα βόρια, και από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Επικοινωνία υπάρχει με την Δύση από την πλευρά του Μεσσηνιακού δια θαλάσσης.
Αυτό έχει σαν συνέπεια, όχι μόνο να αναπτυχθούν, αλλά και να δημιουργηθούν πόλεις βάσεις εφοδιασμού, όπως η Αρεόπολη.
Στην Καρυόπολη τα μέσα του 16ου αιώνα κατοικούν οι Κοντόσταυλοι που μαζί με άλλες μεγάλες οικογένειες (Μαυρομιχαλαίοι, Γρηγοράκηδες) εγκατέλειψαν την κοιτίδα τους τα Άλικα να εγκατασταθούν σε νέους εφόρους τόπους. Πράγματι σε όλη την διάρκεια του 17ου αιώνα έχουμε συσσώρευση οικογενειών στην Κελεφά, το Οίτυλο, και στην συνέχεια μετακίνηση προς την περιοχή του Πασσαβά, που έχει σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής.
Η μοίρα και η γεωγραφική θέση θέλει πάλι την Καρυούπολη σύνορο μεταξύ της Τουρκοκρατούμενης και της ελεύθερης περιοχής της Μάνης και μάλιστα στην πρώτη γραμμή, που αναφέρεται ξανά σαν επισκοπή το 1618μ.χ. και συνεχίζει να είναι μέχρι το 1833μ.χ που καταργείται. Ντοκουμέντο από το λεξικό Hofmann Johann Jacob (1635-1706). Η σειρά επισκόπων που διακόνευαν είναι μεγάλη, και ένδοξη, επειδή περιλαμβάνει πολλούς μάρτυρες υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Με χρονολογική σειρά αρχίζοντας από τον 17ο αιώνα, ο πρώτος Άνθιμος, ο Παρθένιος, ο δεύτερος Άνθιμος, ο Ιωακείμ, κατά την Ενετοκρατία που καταγράφεται, και σαν ενοικιαστής γαιών, όπως και άλλοι επίσης, που αναφέρονται παρακάτω σύμφωνα με τα κατάστιχα των αρχείων Nani, περί ενοικιάσεως και φόρων. (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος).
Επί Παρθενίου Καλκανδή έλαβε χώρα και ο αποικισμός της Κορσικής της οποίας αρχηγός ήταν ο εν λόγω Επίσκοπος, που βάφτισε τό ιδρυθέν χωριό Καργέζε, δηλαδή Καρυαί. Σύμφωνα με τα γραφόμενα στην διαθήκη του, την Καρυόπολη παρέλαβε από τον προηγούμενο γηραιό επίσκοπο Ιωάσαφ, και παρέδωσε στόν Κάπο Αποστόλη και τους υιούς του. Ο Ιωάσαφ, είναι ο ιερομόναχος και ηγούμενος του μοναστηριού τού Χέλμου, και με αυτόν τόν τίτλο υπογράφει στην επιστολή του 1612 στην επιστολή πρός τόν Δούκα του Νεβέρ. Τό Μοναστήρι τού Χέλμου είναι τό Μοναστήρι στό Καταφύγγι στό Γκρεμό στό ξεμόνι Σταμάτα που περιγράφεται στο κεφάλαιο "Τοποθεσία". Από αυτόν παρέλαβε τό μοναστήρι ο Παρθένιος, και είναι φανερό ότι ανήκε στην Καρυούπολη.
Σέ αυτό επέστρεψε και ο καπο Αποστόλης και τελέιωσε την ζωή του σαν μοναχός. (Ο γηραιός Ιωάσαφ πιθανόν να είναι ο επίσκοπος που λόγω γήρατος δεν πήραν μαζί τους οι άποικοι, σύμφωνα με την παράδοση, και έθεσε τέρμα στην ζωή του πέφτοντας από ένα βράχο).
Κατά τον 18ο αιώνα διακόνησαν, ο Σωφρόνιος, ο Γεράσιμος, ο Αγάπιος, ο Αγαθάγγελος, και ήρωας Ανανίας Λαμπαρδής, που ήταν και πρόκριτος (Μορογιάν) του Μωριά, και είχε οικτρό τέλος, από τους Τούρκους όταν ήταν Μητροπολίτης Λακεδαίμονος στο Μιστρά.Στην περίοδο του πρώτου Ρωσοτουρκικού πολέμου ο Παίσιος τάσσεται ενεργά υπέρ των Ρώσων, στη συνέχεια, ο Βενέδικτος, ο Μακάριος, ο Διονύσιος στις αρχές του 19ου αιώνα, και ο Κύριλος Γέρμος την περίοδο της Ελληνικής επανάστασης, που η επισκοπή περιελάμβανε αρκετά μεγάλη έκταση και οικισμούς
Οι Μανιάτες λοιπόν,επικοινωνούν με την δύση γραφουν επιστολή στό πάπα Γρηγόριο Ε' το 1582 μ.χ., ζητούν συμμάχους στις αρχές του 17ου αιώνα να επεκταθούν ανατολικά, έρχονται σε συνεννόηση με τον Δούκα του Νεβέρ, γράφοντάς του επιστολή, Φωκάδες, και Κοντόσταυλοι μαζί με άλλους, που αργότερα καταλήγει στο ξέσπασμα του απελευθερωτικού κινήματος το 1618μ.χ.
Το επαναστατικό κλίμα οδηγεί τους Τούρκους στην ίδρυση του κάστρου της Κελεφάς, αλλά τα πράγματα είναι μη αναστρέψιμα. Έτσι το 1684μ.χ βρίσκουμε υπογραφές Καρυοπολίτων σε υπόμνημα προς τον Μοροζίνη και μέχρι το 1715μ.χ. έχουμε την περίοδο της Ενετοκρατίας.
Την περίοδο της Ενετοκρατίας, που είναι ευνοϊκή, απέναντι στους συμμάχους Μανιάτες, με το σύστημα (Livelo perpetuo = ενοικιάσεις γαιων αορίστου χρόνου) ενοικιάζονται, από μεγάλες οικογένειες εκτάσεις, με σκοπό την γεωργική, και εμπορική εκμετάλλευση, ή για είσπραξη φόρων (περίπτωση περάσματος Πασσαβά).
Μερικά από τα ονόματα που ενοικιάζουν την περιοχή, είναι, Δικαίος Ντεμίρος, Κοσμάςκαι Ηλίας Παπαδάκης, Γρηγόριος Τρυγονάς, και o Κavalier Θωμάς Φωκάς.
Η ενοικίαση για αόριστο χρονικό διάστημα, οδήγησε τους ενοικιαστές να κατοικήσουν στις ενοικιαζόμενες περιοχές, σε πολλές περιπτώσεις δημιουργήθηκαν και νέοι οικισμοί, με αποτέλεσμα μετά το τέλος της Ενετοκρατίας να παραμείνουν στην ιδιοκτησία τους.
Με αυτό τον τρόπο η Καρυόπολις και μία ευρύτερη περιοχή είναι πλέον ιδιοκτησία των Φωκάδων. Απόδειξη για αυτό είναι η συνάντηση, το 1715 μ.Χ., προκρίτων και επισκόπων Μάνης, στο σπίτι του Αντώνη Καβαλιεράκη Φωκά στην Καρυόπολη.
Σε αυτή περιλαμβάνονται τα χωριά Τσεροβά, Βαχό, Γέρμα, Καρέα, Κρυονέρι καθώς και οι συνοικισμοί γύρω από αυτά. Υπάρχει και καταγραφή οικισμού, αλλά μάλλον πρόκειται για περιοχή, με το όνομα Φωκάδες (Focades), βορείως του Βαχού σε αγγλικό χάρτη που εκδόθηκε το1820μ.χ. Από το 1715μ.χ. έχουμε την Β΄ Τουρκοκρατία που διαρκεί μέχρι και την επανάσταση του 1821μ.χ.
Η Τουρκική κατοχή όμως στην περιοχή είναι τυπική, και περιορίζεται σε καταστολή κινημάτων, και μικρής κλίμακας εχθροπραξίες, με δυσάρεστα αποτελέσματα συνήθως για τους Οθωμανούς, και σημαντικότερους πολέμους στο τέλος του 18ου αιώνα τους δύο Ρωσοτουρκικούς.
Την περίοδο πριν από τους πολέμους στα μισά του αιώνα παρατηρείται έξαρση της πειρατείας με κυριότερα πειρατικά λιμάνια το Καραβοστάσι και το Σκουτάρι. Και πάλι στον άξονα της στεριανής σύνδεσης των δύο λιμανιών είναι η Καρυούπολις, που τότε βρίσκεται σε μεταβατικό στάδιο μετοίκισης στην Μινιάκοβα. Τα αίτια της σταδιακής μετακίνησης είναι η αναζήτηση εφορότερων χωραφιών, και η προβλεπόμενη ανάπτυξη της περιοχής Γυθείου, το οποίο ιδρύθηκε το 1740μ.χ. με το όνομα Μαραθονήσι.
Η επισφράγιση της μετοίκισης έγινε με την μεταφορά και της επισκοπικής έδρας, για την οποία δεν έχω συγκεκριμένη χρονολογία.
Το ότι ο Ανανίας Λαμπαρδής υπήρξε επίσκοπος στην Καρυούπολη. (1741-1747μ.χ.) με οδηγεί στο συμπέρασμα ότι επί των ημερών του δραστήριου αυτού άνδρα, σχεδιάστηκε και πραγματοποιήθηκε η μεταφορά. Η Μανηάκοβα ή Μινιάκοβα, τοπωνύμιο Σλαβικής προέλευσης, κατά συνειρμό, με το Τσεροβά, έδωσε το όνομα του στο οικισμό που ιδρύθηκε κυρίως από μέλη της οικογένειας Φωκάδων Καβαλιεράκηδων, της Καρυούπολης, όπως ο Φλίτσος, το Καυκί, και το Νιοχώρι.
Σώζεται σκαλισμένη, πάνω σε πέτρα, χρονολογική επιγραφή 1749μ.χ. που επιβεβαιώνει το κτίσιμο του σπιτιού Καβαλιεράκη Φωκά.
Η παρουσία λοιπόν της επισκοπικής έδρας στην Μινιάκοβα είχε και σαν υποχρεωτικό αποτέλεσμα την αλλαγή της ονομασίας σε Καρυούπολη. Αυτομάτως η ονομασία του παλαιού χωριού μετετράπη σε Παλιά Καρυούπολη, την οποία όμως εξακολουθούν να κατέχουν, και να καλιεργούν, μέλη της ίδιας οικογένειας. Την περίοδο αυτή με αιτία την Ρωσοτουρκική διένεξη, γίνεται στην περιοχή επέλαση των Τουρκαλβανών, που δρουν από την ανατολική πλευρά εναντίων των Ρώσων, που κινούνται έχοντας ορμητήρια από τα δυτικά παράλια. Η επίθεση των Τουρκαλβανών πραγματοποιείται στην περιοχή του Σκουταρίου και της Μηνιάκοβας, με επιτυχία αφού κατόρθωσαν οι επιτιθέμενοι να ανατινάξουν των πύργο των Καλκαντήδων, και να βρουν τραγικό θάνατο εβδομήντα μαχητές, αρκετοί από την ομώνυμη οικογένεια.
Μετά από σθεναρή αντίσταση, οι Μανιάτες, εκμεταλλευόμενοι τα πλεονεκτήματα της περιοχής, υποχώρησαν προς τα Τρικεφάλια, ενώ τους έγινε πρόταση να παραδοθούν.
Η τοποθεσία πήρε αυτό το όνομα, από τα κεφάλια των τριών απεσταλμένων που έφεραν την απάντηση «μολών λαβέ» στον Χατζή Οσμάν ,(δύο κληρικοί, και ένας λαϊκός). Αφού σφαγιάσθηκαν άγρια ,τα κεφάλια τους μπήχτηκαν σε πασσάλους και στήθηκαν στα υψώματα για εκφοβισμό των υπολοίπων 1779μ.χ.Ψυχωμένοι διπλά από το γεγονός αυτό, και το ολοκαύτωμα του πύργου, έκαναν σφοδρή αντεπίθεση, που είχε σαν αποτέλεσμα πανωλεθρία των εχθρών. Το πεδίο της μάχης εκτείνεται από τα Αγιοπήγαδα που μετά από αυτό ονομάσθηκαν Βρωμοπήγαδα, λόγω των πολλών νεκρών, μέχρι τα Τρικεφάλια. Σημαντική συμμετοχή στην μάχη είχε και η νεοσύστατη πόλη Καρυούπολις που ταυτόχρονα με το βάπτισμα του πυρός, θύμισε όχι μόνο στους κατοίκους της, αλλά και στους εχθρούς, τις μεγάλες στιγμές, από την ιστορία της μητρόπολης πόλεως. Το αποτέλεσμα της μεγάλης νίκη ήταν, να τονωθεί το ηθικό των Μανιατών, που στην συνέχεια, υπό την ηγεσία των Γρηγοράκηδων, προελαύνουν και επεκτείνουν τα σύνορα της Μάνης μέχρι την θέση Κακοσκάλι στα Τρίνησα.
Λίγα χρόνια πριν παρουσιάζεται ο θεσμός του μπέη της Μάνης, μέχρι τότε οι αποφάσεις λαμβάνονταν από την «Γεροντική».Αυτό ήταν σεβαστό όργανο, που αποτελείτο από τους γεροντότερους των οικογενειών, και μετά από διάλογο αποφάσιζε για την στάση της Μάνης απέναντι σε σημαντικά θέματα. Η αρχή του χάνεται στο μακρινό παρελθόν, και πρέπει να αποτελεί την εξέλιξη της Γερουσίας της αρχαίας Σπάρτης. Όταν την θέση του μπέη κατέχει ο Τζανέτος Γρηγοράκης, αρχίζει να αναβαθμίζεται η επαρχία Γυθείου, με την οικογένεια να ηγεμονεύει σε όλη την περιοχή. Ακολουθεί ο Β΄ Ρωσοτουρκικός πόλεμος, με κυρίαρχη, στα παράλια της Μάνης, την δράση του Λάμπρου Κατσώνη 1792μ.χ.έως και την άδοξη καταστροφή του.
Την ίδια εποχή, στην Παλία πλέον Καρυόπολη κυριαρχεί με την προσωπικότητα του, που συνδυάζει στρατιωτικά και θρησκευτικά προσόντα, ο Ανανίας πνευματικός, πιθανόν ιερομόναχος, που επισκευάζει την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου 1793μ.χ Άλλα ονόματα, εκτός από τον αγιογράφο του τέμπλου Αναγνώστη Καλκαντάκη Νίκλο, είναι ο ιερέας Γεώργιος, οι μοναχοί της μονής Γερμανός, Νεόφυτος,και οι γυναίκες Ζαφειρουλα, Κυράνα Δημητράκη. Πρόκειται για τρεις κληρικούς, και τρεις λαϊκούς, εκ των οποίων οι δύο γυναίκες. Είναι άτομα, που δεν βρίσκονται μάλλον στην ζωή, επειδή τα ονόματα, χρησιμοποιούνται για μνημόνευση κατά την λειτουργία, αλλά πρέπει να είχαν σημαντικό ρόλο στο χωριό.
Το όνομα του Ανανία συναντάμε ξανά σε κατάλογο μοναστηριών του 1829μ.χ «εις τηνπαλαιάν Καρυούπολιν ο Άγιος Γεώργιος πωλημένον εις Τζεροβίτας και λοιπούς τινάς παρά πνευματικου τινός Άνανία, προ είκοσι έτη σχεδόν». Το πάρα πάνω πωλητήριο αναφέρεται στην περιοχή που Αηγιώργη στα Βαρικά, που πράγματι, ανήκει ιδιοκτησιακά μέχρι και τις μέρες μας σε Τσεροβιότες, σε αντίθεση με τα περισσότερα των κτημάτων του λόφου, και της γύρω περιοχής, που ανήκουν στους Παπαδοθωμιάνους, κληρονόμους του Ανανία. Σύμφωνα με μαρτυρίες των παππούδων,και των πατεράδων μας, η οικογένεια προήλθε από τον αδελφό του Ανανία παπά Θωμά.
Η περιοχή της μαχης - Κοκάλα
Η τελευταία λαμπρή σελίδα της ιστορίας, που οφείλω να αναφέρω, είναι εκείνα που έγιναν,ότανεισέβαλε στην Μάνη ο Ιμπραήμ το 1826μ.χ. Η εισβολή έγινε βάσει καλά οργανωμένου σχεδίου, σε δύο μέτωπα, από τα δυτικά, στην έξω Μάνη,(Βέργα) Τσίμοβα,(Βηρός), και από ανατολικά στην Κάτω Μάνη και την περιοχή Πασσαβά (Καρυούπολη-Τσεροβά-Πούρκο, Πολυάραβο),αλλά κατέληξε σε πλήρη αποτυχία. Μνημείο καταστροφής των Αιγυπτίων, παραμένει η ονομασία Κοκάλα στην περιοχή, από τα απομεινάρια των οστών, του πλήθους των απωλειών που άφησαν μετά την ήττα.
Από τον επόμενο χρόνο, οι Μανιάτες, με πολλές συναντήσεις, χτίζουν νέες προοπτικές.
Σε μία εξ αυτών στο Μπρίκι της Μέσα Μάνης1827μ.χ, συμμετείχαν μεταξύ των άλλων,οι Λάγιας Μακάριος, ιερομόναχος Παρθένιος, οικονόμος Βαχού, Γιάννης Γκενάκος, και ο Αντώνης Παπαδοθωμάκος.